ΤΟ BLOG ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΤΟ SOUNDTRACK ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ.

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2007

"...για τον πόνο..."


Και μια γυναίκα ζήτησε. Για τον πόνο μίλησέ μας.

Κι εκείνος αποκρίθηκε. Ο πόνος σας σπάζει το κέλυφος που περιβάλλει την κατανόησή σας. Όπως πρέπει να σπάσει το κουκούτσι του καρπού, ώστε να δει ο πυρήνας του το φως του ήλιου, έτσι οφείλετε να μάθετε τον πόνο. Κι αν το μπορούσατε στην καρδιά σας το θαυμασμό για της ζωής σας τα καθημερινά τα θαύματα να κρατούσατε, δε θα φαινόταν λιγότερος θαυμαστός απ' τη χαρά ο πόνος ; Και δε θα δεχόσαστε τους ρυθμούς της αλλαγής μες στην καρδιά σας, έτσι όπως δεχόσαστε τις αλλαγές του χρόνου στα χωράφια σας. Και θα παρατηρούσατε τη γαλήνη μέσα απ' τους χειμώνες της θλίψης σας.

Μεγάλο μέρος απ' τον πόνο σας είναι δική σας εκλογή.

Είναι ένα φάρμακο πικρό που ο μέσα σας γιατρός δίνει, τον άρρωστο εαυτό να θεραπεύσει. Εμπιστευτείτε το θεραπευτή, το φάρμακο του πιείτε σιωπηλά και ήρεμα. Γιατί το χέρι του, σκληρό κι αβάσταχτο αν είναι, έχει οδηγό το τρυφερό χέρι του Αόρατου. Κι η κούπα που προσφέρει, παρόλο που τα χείλη καιει, φτιαγμένη είναι από εκείνον τον πηλό που ο Αγγειοπλάστης ύγρανε με τα δικά Του ιερά δάκρυα .

Tο σπάνιο δώρο...

Kαινούργιες θεωρίες.
Tα μωρά δεν πρέπει να τ' αφήνετε να κλαίνε.
Aμέσως να τα παίρνετε αγκαλιά. Aλλιώς
υπόκειται σε πρόωρη ανάπτυξη
το αίσθημα εγκατάλειψης ενηλικιώνεται
αφύσικα το παιδικό τους τραύμα
βγάζει δόντια μαλλιά νύχια γαμψά μαχαίρια.

Για τους μεγάλους, ούτως ειπείν τους γέροντες
–ό,τι δεν είναι άνοιξη είναι γερόντιο πια–
ισχύουν πάντα οι παμπάλαιες απόψεις.
Ποτέ αγκαλιά. Aφήστε τους να σκάσουνε στο κλάμα
μέχρι να τους κοπεί η ανάσα
δυναμώνουν έτσι τα αποσιωπητικά τους.
Aς κλαίνε οι μεγάλοι. Δεν έχει αγκαλιά.
Γεμίστε μοναχά το μπιμπερό τους
με άγλυκην υπόσχεση –δεν κάνει να παχαίνουν
οι στερήσεις– πως θά 'ρθει μία και καλή
να τους επικοιμήσει λιπόσαρκα
η αγκαλιά της μάνας τους.
Bάλτε κοντά τους το μηχάνημα εκείνο
που καταγράφει τους θορύβους του μωρού
ώστε ν' ακούτε από μακριά
αν είναι ρυθμικά μοναχική η αναπνοή τους.
Ποτέ μη γελαστείτε να τους πάρετε αγκαλιά.
Tυλίγονται άγρια
γύρω απ' τον σπάνιο λαιμό αυτού του δώρου,
θα σας πνίξουν.

Tίποτα. Όταν σας ζητάνε αγκαλιά
μολών λαβέ μωρό μου, μολών λαβέ να απαντάτε.

«τι είναι το ποίημα;»

Όταν ρώτησαν την Κική Δημουλά τι είναι ποίηση είπε : ρωτήστε τη σοφή την άγνοια. «Είναι από τα πιο επηρμένα μυστήρια, τα πιο αχανή, και μόνο ικανοποίηση στις παρομοιώσεις δίνεις αν πεις ότι η ποίηση είναι ένα μείγμα εύγεστων δηλητηρίων σε χρυσά δελεαστικά ποτήρια, ή ότι είναι ο πειρασμός, ο δαίμονας που μπαίνει ξαφνικά στο σώμα του κανονικού, προκαλώντας ένα σεληνιασμό γόνιμο, ή ακόμα ότι είναι ένα είδος ευθανασίας των πραγμάτων που υποφέρουν μέσα μας, είτε ως ανικανοποίητα είτε ως προδομένα. Ευκολότερα θα μπορούσε να ορίσει κανείς το ποίημα, μια και αυτό έχει υποκύψει στη σύμβαση να πάρει μια μορφή, ένα σχήμα, που είναι η φυλακή και η απελευθέρωση ταυτόχρονα κάποιου μηνύματος. Ένα ποίημα λοιπόν είναι η διπλή ζωή των λέξεων, ο κρυμμένος ερωτισμός τους και η λαγνεία τους για παρθένα οράματα. Είναι ο τυχοδιώκτης των λέξεων, η πλεονεξία τους: κάθε τόσο εγκαταλείπουν τη μετριότητα της χρήσης τους και ακολουθώντας δυσανάγνωστους χάρτες, που χάραξε ανώνυμη ανησυχία, ψάχνουν, σκάβουν να βρουν φλέβες χρυσού λυτρωτικού ρόλου. Κι αλλιώς ο ίδιος ορισμός : βαδίζεις σε μιαν έρημο. Ακούς ένα πουλί που κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δένδρο. Α Υ Τ Ο Ε Ι Ν Α Ι Τ Ο Π Ο Ι Η Μ Α».

(ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, σε μια συνέντευξη)

Δεν είσαι εδώ...

Μες στο φως
έφευγες μες στο φως
γινόσουν χωρισμός
έμενα πίσω εγώ
Σ' όνειρο είχα δει
φινάλε και αρχή
κι έτρεμε το φιλί
στα δύο μην κοπεί
Έφυγες τη στιγμή
που σου 'χα αφεθεί
που είχα αφεθεί...

Δεν είσαι εδώ
Δεν υπάρχεις πια μες στη ζωή μου
Δεν είσαι εδώ
Τώρα η νύχτα μετράει την αντοχή μου
Δεν είσαι εδώ, δεν είσαι εδώ...

Μες στο φως
έφυγες μες στο φως
έγινες χωρισμός
έμεινα πίσω εγώ
Σ' όνειρο είχα δει
φινάλε και αρχή
κι έτρεμε η φωνή
μη σπάσει και φανεί
Έφυγες τη στιγμή
που σου 'χα αφεθεί
που είχα αφεθεί...

Δικαίωμα...

Και δικαίωμα
δεν έχω πια να σ’ αγαπώ
το στερέωμα της λογικής μου
θαν’ αυτό.

Να σ’ αγκαλιάζω μια φορά
ούτε με φτάνει κι ούτε μ’ αφορά
κάποτε θέλαμε κι οι δυο
Μα τώρα πια
σε θέλω για τον εαυτό μου.

Και δικαίωμα δεν έχω πια να σ’ αγαπώ.

Και δικαίωμα
δεν έχεις πια να με κρατάς
στο μεσαίωνα της λογικής σου
να με πας...




Δυό μέρες μόνο...

Δυο μέρες μόνο
Να σε κρατάω αγκαλιά
Δυο μέρες μόνο
Να σ’ έχω δίπλα μου ξανά
Για λίγο μόνο.

Δυο μέρες μόνο
Σ’ ένα ταξίδι αστραπή
Να ξεδιπλώνω
Να παίρνει ανάσα η ζωή
Για λίγο μόνο.

Για τόσο μόνο
Φως να γεμίζουν οι στιγμές
Να λάμπουν μες στο χρόνο
Όλο το σώμα μου να ζει
Για σένα μόνο
Δυο μέρες μόνο.

Δυο μέρες μόνο
Να συνηθίζει το κορμί
Και εγώ να λιώνω
Έπειτα μόνο τη φωνή σου
Ν’ ανταμώνω.

Δυο μέρες μόνο
Όσο μια βόλτα διαρκεί
Για τόσο μόνο
Όλη η ζωή μου
Αυτή η στιγμή
Δυο μέρες μόνο.



Στα κίτρινα φώτα ...

Όλο τ απόγευμα δεν είπα τίποτα
κρύβω τα λόγια μου μ ένα τσιγάρο
έξω τα χρώματα σβήνουν και χάνονται
κλείνω τα μάτια μου ανάσα να πάρω

Πώς βραδιάζει νωρίς
όλα εδώ σαν φινάλε γιορτής
το μπαλκόνι στενό, κάτω η πόλη μυρίζει
μοναξιά και καπνό

Και μένω, κάτω απ τα κίτρινα φώτα
στην πόλη που χώραγε πρώτα
τη φωνή σου να λέει "σ αγαπώ"
Σ έχω χάσει, μέσα στα κίτρινα φώτα
στην πόλη που χώραγε πρώτα
τη φωνή σου να λέει "σ αγαπώ"
να λέει "σ αγαπώ"

Όλο τ απόγευμα σ ένα παράθυρο
και κάτω αδιάφορα ο κόσμος περνάει
κάποιο ραδιόφωνο, μόλις που ακούγεται
δίχως φτερά η ζωή μου πού πάει

Πώς βραδιάζει νωρίς
όλα εδώ σαν φινάλε γιορτής
το μπαλκόνι στενό, κάτω η πόλη μυρίζει
μοναξιά και καπνό

Και μένω, κάτω απ τα κίτρινα φώτα
στην πόλη που χώραγε πρώτα
τη φωνή σου να λέει "σ αγαπώ"
Σ έχω χάσει, μέσα στα κίτρινα φώτα
στην πόλη που χώραγε πρώτα
τη φωνή σου να λέει "σ αγαπώ"
να λέει "σ αγαπώ"...




Μοίρες ...

Την ώρα που γεννιόμουνα σχολάγανε οι μοίρες
μονάχη μου καθόμουνα κι απ' τη ζωή κρατιόμουνα
κρατιόμουνα σ' ένα καφάσι μπίρες
μονάχη μου καθόμουνα κι απ' τη ζωή κρατιόμουνα
κι ονειρευόμουνα σ' ένα καφάσι μπίρες

Τα λόγια σου τα ψεύτικα φαρμάκι κι αγωνία
μονάχη μου παντρεύτηκα σε βρήκα σ' ερωτεύτηκα
παιδεύτηκα σ' αυτή την κοινωνία
μονάχη μου παντρεύτηκα σε βρήκα σ' εμπιστεύτηκα
και ρεζιλεύτηκα στην παλιοκοινωνία

Φωτιά κι ανάσταση καρδιά πονάς και σπάσ' τα εσύ
τα χρόνια που 'φτασα να ζω
φωτιά και δύναμη καρδιά τρελή κι αδύναμη
στον κόσμο που 'ρθαμε χορτάσαμε γκρεμό

Την ώρα που περπάτησα μου φέραν και τα δώρα
μια νύχτα μόνο κράτησα κι απάνω της ξεστράτισα
ξεστράτισα και μου 'λεγαν προχώρα
μια νύχτα μόνο κράτησα κι απάνω της γονάτισα
και παραστράτησα στην πρώτη κατηφόρα

Φωτιά κι ανάσταση καρδιά πονάς και σπάσ' τα εσύ
τα χρόνια που 'φτασα να ζω
φωτιά και δύναμη καρδιά τρελή κι αδύναμη
στον κόσμο που 'ρθαμε χορτάσαμε γκρεμό




Με το ίδιο μακό...

Με το ίδιο μακό
και με κέφι κακό
φύγαν μέρες
Το φεγγάρι απ' τη μια
και του κόσμου η ζημιά
βάλαν βέρες
Τι θα κάνεις εσύ
είναι εννιά και μισή
τον καπνό μου φυσάω
Και προτού να λουστώ
σταυρουδάκι Χριστό
μες στα δόντια κρατάω
Κι όλο εσένα θέλω μόνο
για κανέναν δε σηκώνω
τώρα πια το ακουστικό
Μόνο εσένα και είμαι εντάξει
το ταβάνι έχει πετάξει
δυο φωτιές στον ουρανό
Σε χρειάζομαι και
το καινούργιο παρκέ
με το πόδι πληγώνω
Σου φυλάω μουσικές
στο ταξίδι να καις
μες στο χρόνο
Τι θα κάνεις λοιπόν
το κομμένο Depon
κυνηγάω στο σεντόνι
Και προτού να το πιω
σαν δεσμός με σκορπιό
λογαριάζονται οι πόνοι...





Τα καντήλια ...

Μ’ ένα εικοσιδύο μπλε
τρυπάω του χρόνου το φιλέ
τρυπάω τα δίχτυα
καπνούς ανάσες και φιλιά
τη νύχτα παίρνω αγκαλιά
κερνάω ξενύχτια

Κι αφού δεν έχω κουραστεί
να σε κοιτάω
στην κουπαστή εικοσιδύο
μωρά κι οι δυο μας στα νερά
περάσαν κύματα αλμυρά
σαράντα δύο

Όσο καίνε ακόμα τα καντήλια μας
λάβα το φιλί θα καίει τα χείλια μας
σώματα θ’ ανάβουμε στα στρώματα
και στα παπλώματα
όλοι αραχτοί
Όσο αντέχει ακόμα το σαρκίο μας
κι όσο υπάρχει κάτι στο ψυγείο μας
Έρωτα ζωής εμείς θα ζήσουμε
κι όταν θα σβήσουμε
θα μεταλλαχτεί.

Με μιαν αγάπη ανακωχή
μ’ ένα καινούριο ΙΧ
θα τριγυρνάμε
περνάμε πάντα στην πενιά
να μας ακούει η γειτονιά που τραγουδάμε

Κι αφού δεν έχω κουραστεί
μαζί σου να `χω μοιραστεί
είκοσι χρόνια
μ’ ένα τραγούδι σαν κι αυτό βάλε στο αίσθημα ρευστό
γι’ αγάπη αιώνια.

Όσο καίνε ακόμα τα καντήλια μας
λάβα το φιλί θα καίει τα χείλια μας
σώματα θ’ ανάβουμε στα στρώματα
και στα παπλώματα
όλοι αραχτοί
Όσο αντέχει ακόμα το σαρκίο μας
κι όσο υπάρχει κάτι στο ψυγείο μας
Έρωτα ζωής εμείς θα ζήσουμε
κι όταν θα σβήσουμε
θα μεταλλαχτεί.



Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2007

Σ' όποιον αρέσουμε...

Ό,τι μπορώ για σένα κάνω αυτό τον καιρό
και παριστάνω με λάθη σωρό κάτι γερό
να κρατηθείς.
Ό,τι μπορείς για μένα κάνε κι εσύ να χαρείς,
τα χρόνια πάνε κι ας μείνουμ' εμείς
λόγω καρδιάς, λόγω τιμής.

Σ' όποιον αρέσουμε
για τους άλλους δεν θα μπορέσουμε,
πώς να χωρέσουμε τόσοι άνθρωποι στο κενό;
Σ' όποιον αρέσουμε
για τους άλλους δεν θα μπορέσουμε,
πώς να συνδέσουμε περιθώρια κι ουρανό;

Ό,τι μπορώ για σένα κάνω λες κι είμαι φτερό,
σ' αεροπλάνο στον κόσμο γυρνώ κι ό,τι περνώ
μην το σκεφτείς.
Ό,τι μπορείς για μένα κάνε, βραδιάζει νωρίς
κι αλλού κοιτάνε τα μάτια θαρρείς
λόγω σκιάς, λόγω πληγής.



Να με θυμάσαι και να μ' αγαπάς...

Στα μάτια παίζει τ' άστρο της αυγής
ο ήλιος πλένει τ' όνειρο της γης
πλατύ ποτάμι η αγάπη και βαθύ
κουράστηκε και πάει να κοιμηθεί
Για ποιο ταξίδι κίνησες να πας
να με θυμάσαι και να μ' αγαπάς
σου κλέβει η ανατολή μικρό φιλί
Στα χείλη καίει πικρό μικρό φιλί
ποιο μακρινό ταξίδι σε καλεί
θα φύγεις ξένε, άσπρα τα πανιά
παραμονεύει η λησμονιά
Για ποιο ταξίδι κίνησες να πας
να με θυμάσαι και να μ' αγαπάς
σου κλέβει η ανατολή μικρό φιλί



Ένας ευαίσθητος ληστής...

Αν με πηγαίναν αύριο στην κρεμάλα
μανούλα μου μανούλα δόλια μάνα
ξέρω ποιανού το δάκρυ στάλα στάλα
θ'πεφτε από τα μάτια τα μεγάλα
μανούλα μου μανούλα δόλια μάνα

Μια και με γράψανε φονιά
πήρα τον κόσμο παγανιά
και την ζωή σεργιάνι
κακό να κάνω στους κακούς
που εσύ μονάχα τους ακούς
μα ο νους σου δεν τους πιάνει

Στην ερημιά που 'χα βρεθεί
με το 'να χέρι στο σπαθί
και τ' άλλο στο βαγγέλιο
ήρθαν μανάδες κι ορφανά
κι είπα το δάκρυ που πονά
να τους το κάνω γέλιο

Μα τώρα που 'φτασε η στιγμή
να κλείσουν οι λογαριασμοί
ποιος τάχα θα μπορέσει
να δει πως είχα μια καρδιά
σαν της αγάπης τα παιδιά
και να με συγχωρέσει;

Μαμά γερνάω...

Τα ρούχα που δεν έμαθα να πλένω
τα βάζω στη σακούλα και στα φέρνω
Ρωτάς για την καριέρα μου τη νύχτα και τη μέρα μου
κι εγώ να σου μιλάω καταφέρνω

Και σκέφτομαι που πίνω κόκα κόλα
για να ναι πάντα ίδια αλλάζουν όλα
κι ανοίγω το ψυγείο σου το έλα και τ αντίο σου
ζητούσα στη ζωή μου, πάνω απ όλα

Μαμά, πεινάω, μαμά, φοβάμαι, μαμά, γερνάω
και τρέμω να μαι αυτό που χρόνια ανησυχείς
ωραία, νέα κι ατυχής

Τα χρόνια που μεγάλωνες για μένα
να ξέρεις πως σου τα χω φυλαγμένα
και τέλειωσα με άριστα, αλλά δεν έχω ευχάριστα
μαμά, όλα στον κόσμο είναι γραμμένα

Τριάντα καλοκαίρια και χειμώνες
τις άγριες σου φέρνω ανεμώνες
και κοίτα ένα μυστήριο του κόσμου το κριτήριο
πως μοιάζουμε μου λέει σα δυο σταγόνες

Μαμά, πεινάω, μαμά, φοβάμαι, μαμά, γερνάω
και τρέμω να μαι αυτό που χρόνια ανησυχείς
ωραία, νέα κι ατυχής




Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2007

Ένας ευαίσθητος ληστής...

Αν με πηγαίναν αύριο στην κρεμάλα
μανούλα μου μανούλα δόλια μάνα
ξέρω ποιανού το δάκρυ στάλα στάλα
θα `πεφτε από τα μάτια τα μεγάλα
μανούλα μου μανούλα δόλια μάνα

Μια και με γράψανε φονιά
πήρα τον κόσμο παγανιά
και την ζωή σεργιάνι
κακό να κάνω στους κακούς
που εσύ μονάχα τους ακούς
μα ο νους σου δεν τους πιάνει

Στην ερημιά που `χα βρεθεί
με το `να χέρι στο σπαθί
και τ’ άλλο στο βαγγέλιο
ήρθαν μανάδες κι ορφανά
κι είπα το δάκρυ που πονά
να τους το κάνω γέλιο

Μα τώρα που `φτασε η στιγμή
να κλείσουν οι λογαριασμοί
ποιος τάχα θα μπορέσει
να δει πως είχα μια καρδιά
σαν της αγάπης τα παιδιά
και να με συγχωρέσει;




Δάκρυα του Φθινοπώρου...

Φθινοπώριασε κι άκουσα
το στερνό σου τ' αντίο 
φθινοπώριασε κι έκλεισα
το πικρό σου βιβλίο 

Σε τραγούδησα
σα μιαν απέραντη αμμουδιά
σα μια ροδιά
χωρίς κλαδιά.
Σε τραγούδησα
σα μια μεγάλη ακρογιαλιά
σα μια φωλιά
χωρίς πουλιά.

Φθινόπώριασε κι έσβησε
το ξανθό σου το αστέρι 
φθινοπώριασε κι έγινε 
βορινό πια τ' αγέρι.



Άρτεμις...

Δε θα σε βάλω εγώ ποτέ να μαγειρέψεις
θα 'μαι κοντά σου μοναχά σαν με γυρέψεις
Μετά θα φεύγω πάλι να μ' επιθυμείς
Δε θα κρατήσω μαύρη τσάντα στο γραφείο
ένα φτερό γυπαετού θα έχω λοφίο
στη λεγεώνα της πιο ένδοξης τιμής

Άρτεμις θεά των κοριτσιών
φόβιζε με μ' ασημένιο τόξο
απ' τις ψευτονίκες των ανδρών
και από τη θλίψη που 'χουν να 'μαι απ έξω

Δε σ' έχω δίπλα για να έχω να ζηλεύω
Πέτα τα πέπλα σου στα δάση που χορεύω
να σε λατρέψω όλη νύχτα σαν φρουρός
Με τις δερμάτινες τις βρώμικες μου μπότες
έσπασα μέσα μου και είδωλα και πόρτες
να σ' αγκαλιάσω σαν το χώμα καθαρός

Άρτεμις θεά των κοριτσιών...



une belle histoire...

C'est un beau roman, c'est une belle histoire
C'est une romance d'aujourd'hui
Il rentrait chez lui, là-haut vers le brouillard
Elle descendait dans le Midi, le Midi
Ils se sont trouvés au bord du chemin
Sur l'autoroute des vacances
C'était sans doute un jour de chance
Ils avaient le ciel à portée de main
Un cadeau de la providence
Alors pourquoi penser au lendemain
Ils se sont cachés dans un grand champ de blé
Se laissant porter par les courants
Se sont racontés leurs vies qui commençaient
Ils n'étaient encore que des enfants, des enfants
Qui s'étaient trouvés au bord du chemin
Sur l'autoroute des vacances
C'était sans doute un jour de chance
Qui cueillirent le ciel au creux de leurs mains
Comme on cueille la providence
Refusant de penser au lendemain
C'est un beau roman, c'est une belle histoire
C'est une romance d'aujourd'hui
Il rentrait chez lui, là-haut vers le brouillard
Elle descendait dans le midi, le midi
Ils se sont quittés au bord du matin
Sur l'autoroute des vacances
C'était fini le jour de chance
Ils reprirent alors chacun leur chemin
Saluèrent la providence en se faisant un signe de la main
Il rentra chez lui, là-haut vers le brouillard
Elle est descendue là-bas dans le Midi
C'est un beau roman, c'est une belle histoire
C'est une romance d'aujourd'hui




Δυναμη της αγάπης...

Όλα ξέρω γιατί γίνονται
και πως λειτουργούν,
το μυαλό με βοήθησε
να καταλαβαίνω,
οι ευαίσθητοι αμύνονται
στη ζωή και αργούν,
κι η λαχτάρα τους συνήθισε
να πατάει το φρένο.
Όλα ξέρω τι σημαίνουν
και τι εννοούν,
το μυαλό μου με συντόνισε
στο καινούργιο μήκος,
οι ευαίσθητοι παθαίνουν
και παρανοούν,
λες κι ο κόσμος το κανόνισε
να γλιτώνει ο λύκος.
Μα εγώ μιλάω για δύναμη,
της αγάπης ισοδύναμη,
και ζητάω προτεραιότητα,
φύση, θέση, κι ιδιότητα.
Μα εγώ μιλάω για δύναμη,
της ελπίδας ισοδύναμη,
και γυρνάω στην αθωότητα,
την παλιά μου την ταυτότητα.



Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2007

Είμαστε μόνοι...

Την πόρτα κλείσε την ψυχή
Και το παράθυρο
Δε θέλω βήματα πια ανθρώπων
Ν’ ακούγονται

Είμαστε μόνοι μας
Είμαστε μόνοι
Κι ό,τι θυμόμαστε σκληρά
Θα μας πληγώνει
Είμαστε μόνοι μας
Μας τόσο μόνοι
Σε έναν κόσμο σαν κι εμάς
Μοναχικό

Όλα χαθήκανε
μας έμειναν τα όνειρα
Και τίποτα άλλο δεν υπάρχει
Απ’ την αγάπη μας

Είμαστε μόνοι μας
Είμαστε μόνοι
Σ’ αυτόν τον κόσμο π’ αργοσβήνει
Και τελειώνει
Είμαστε μόνοι μας
Μα τόσο μόνοι
Τη μοναξιά μας να μετράμε στον καιρό

Κράτα το χέρι μου
Και δώσ’ μου
Ένα χαμόγελο
Δεν έχω τίποτα καλύτερο
Για αύριο

Είμαστε μόνοι μας
Είμαστε μόνοι
Μα το τραγούδι μας εδώ
Δεν τελειώνει

Κι αν το `χει η μοίρα μας
Να μας ματώνει
Είμαστε μόνοι
Αλλά είμαστε μαζί...


                                              

Child Is My Name...

Immortal angels
Dressed up as junkies
I'm going out tonight
It's gonna be alright
It's gonna happen
It's gonna happen, right?
It's gonna happen
It's gonna happen
I take the blame
And child is my name
And I believe your words
Whatever you might say
This is my hand
Shaking and raised
Reaching out for something more
Than mere play
Immortal junkies
Dressed up as angels
I'm meeting you tonight
It's gonna be alright
It's gonna happen




 




















Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2007

Η ζελατίνα ...

Καλύτερα με σκούρα ζελατίνα
Να πέφτει μπρος στα πόδια μου το φως
Τη μάνα μου την λέγανε Κατίνα
Και σπίτι μου κι αγάπη μου ο βυθός

Μ' αρέσουνε τα όμορφα φουστάνια
Που έχουνε στο πλάι τη ραφή
Εκεί μετράω εγώ την περηφάνια
Φαρμάκι όταν στάζει η οροφή

Και πάω και αγαπάω
Αχ -- τα πιο μεγάλα αγόρια
Την πόρτα τους χτυπάω
Μετά κοιμάμαι χώρια

Το πρώτο μου φθινόπωρο φανήκαν
Τα κλαράκια μου
Και κάθισα και μέτρησα κι εγώ
Τα φυλλαράκια μου
Στα χέρια τα κουβάλησα τα νιάτα μου
Τα υπάρχοντα
Και φαίνεται του γυάλισα του έρωτα
Του άρχοντα

Κι άλλο τραγούδι δεν θα πω...

Καλύτερα με σκούρα ζελατίνα
Να πέφτει μπρος τα πόδια μου το φως
Που φόρεσα καινούρια καπαρντίνα
Και μια βροχή δεν έβρεξε ο Θεός




Η εποχή της αγάπης ...

Τ' όνομά σου μου'φερνε το σφύριγμα του αγέρα
τ'όνομά σου κι έτρεμε η ψυχή

Ετοιμάσου μου'λεγε η καρδιά , μα κάθε μέρα
στην υγειά σου μ'έπινε η βροχή

Τρυφερά τις νύχτες την αγάπη μου φωνάζεις
τρυφερά σε γύρευα κι εγώ
Το πρωί τριαντάφυλλο του κήπου μου φαντάζεις
το πρωί, τ'αγκάθι σου είναι εδώ.

Μα αν δεν σε βρω , να μην ξεχνάς
ότι σταυρώνεις το προσκυνάς.

Τ'άγγιγμά σου χάραζε το σώμα μου απ'τη μνήμη
πρώτα η πίστη κι ύστερα διωγμοί
Κάποιος άλλος φόραγε και μ'εκανε συντρίμμι
τ'άρωμά σου κι έφυγα χλωμή.

Τρυφερά τις νύχτες την αγάπη μου φωνάζεις
τρυφερά σε γύρευα κι εγώ
Το πρωί τριαντάφυλλο του κήπου μου φαντάζεις
το πρωί, τ'αγκάθι σου είναι εδώ.

Μα αν δεν σε βρω , να μην ξεχνάς
ότι σταυρώνεις το προσκυνάς.
Μα αν δεν σε βρω μην το λησμονάς
ότι σταυρώνεις το προσκυνάς".




Black Forest...

Βρήκα μια τρύπα στο χρόνο της μέρας,
σε μέγεθος βέρας
και τάισα τον εαυτό μου
μακριά απ' το κυνηγητό μου.

Πήρα καφέ, πήρα γλυκό,
καθώς τη στέρηση ελαττώνω,
πάνω στο πιάτο το λευκό,
ίχνη από μάυρο δάσος λιώνω.

Με συγχωρείς, 
που ήμουν μ' εσένανε χωρίς,
με συγχωρείς.

Βρήκα ένα κέρμα, που το'χα στην τσέπη,
γι' αυτόν που δεν βλέπει,
άραζε ο κόσμος στην πλατεία,
γι' αυτό που είμαι, είσαι η αιτία.

Μαύρο blue-jean, μαύρο μακό
και άσπρη άδετη ελβιέλα,
μ' ό,τι καλό κι ό,τι κακό σου είπαν για μας,
κοντά μου έλα.

Με συγχωρείς, 
που ήμουν μ' εσένανε χωρίς,
με συγχωρείς.

Το βράδυ θα δούμε μαζί,
τα λόγια στο βλέμμα μου που έγραψα.
Στο πιο κεντρικό μαγαζί
ολόκληρο κόσμο σου αντέγραψα,
χωρίς να με νοιάζει αν ζει.

Με συγχωρείς, 
που ήμουν μ' εσένανε χωρίς,
με συγχωρείς.




Κεμάλ...

Ακούστε την ιστορία του Κεμάλ
ενός νεαρού πρίγκιπα, της ανατολής
απόγονου του Σεβάχ του θαλασσινού,
που νόμισε ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο
αλλά πικρές οι βουλές του Αλλάχ
και σκοτεινές οι ψυχές των ανθρώπων

Στης Ανατολής τα μέρη μια φορά και ένα καιρό
ήταν άδειο το κεμέρι, μουχλιασμένο το νερό
στη Μοσσούλη, τη Βασσόρα, στην παλιά τη χουρμαδιά
πικραμένα κλαίνε τώρα της ερήμου τα παιδιά

Κι ένας νέος από σόι και γενιά βασιλική
αγροικάει το μοιρολόι και τραβάει κατά εκεί
τον κοιτάν οι Βεδουίνοι με ματιά λυπητερή
κι όρκο στον Αλλάχ τους δίνει, πως θ’ αλλάξουν οι καιροί

Σαν ακούσαν οι αρχόντοι του παιδιού την αφοβιά
ξεκινάν με λύκου δόντι και με λιονταριού προβιά
απ’ τον Τίγρη στον Ευφράτη, απ’ τη γη στον ουρανό
κυνηγάν τον αποστάτη να τον πιάσουν ζωντανό

Πέφτουν πάνω του τα στίφη, σαν ακράτητα σκυλιά
και τον πάνε στο χαλίφη να του βάλει την θηλιά
μαύρο μέλι μαύρο γάλα ήπιε εκείνο το πρωΐ
πριν αφήσει στην κρεμάλα τη στερνή του την πνοή

Με δύο γέρικες καμήλες μ’ ένα κόκκινο φαρί
στου παράδεισου τις πύλες ο προφήτης καρτερεί
πάνε τώρα χέρι χέρι κι είναι γύρω συννεφιά
μα της Δαμασκού τ’ αστέρι τους κρατούσε συντροφιά

Σ’ ένα μήνα σ’ ένα χρόνο βλέπουν μπρος τους τον Αλλάχ
που από τον ψηλό του θρόνο λέει στον άμυαλο Σεβάχ:
"νικημένο μου ξεφτέρι δεν αλλάζουν οι καιροί,
με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί"

Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ

Καληνύχτα!!!








Μαρίνα...

Μαρίνα πράσινο μου αστέρι
Μαρίνα φως του αυγερινού
Μαρίνα μου άγριο περιστέρι
και κρίνο του καλοκαιριού

Δώσε μου δυόσμο να μυρίσω,
λουίζα και βασιλικό,
μαζί μ’ αυτά να σε φιλήσω,
και τι να πρωτοθυμηθώ

Τη βρύση με τα περιστέρια,
των αρχαγγέλων το σπαθί,
το περιβόλι με τ’ αστέρια,
και το πηγάδι το βαθύ

Τις νύχτες που σε σεργιανούσα,
στην άλλη άκρη τ’ ουρανού
και ν’ ανεβαίνεις σε θωρούσα,
σαν αδελφή του αυγερινού

Μαρίνα πράσινο μου αστέρι
Μαρίνα φως του αυγερινού
Μαρίνα μου άγριο περιστέρι
και κρίνο του καλοκαιριού




Ενός λεπτού φιλί ...

Αχ…απόψε πάρε με
με δυο φτερά μ’ ένα φιλί
μ’ ένα ιπτάμενο χαλί
να δω τον κόσμο μια φορά από ψηλά
τ’ αστέρια χαμηλά

Αχ…απόψε κράτα με
απ’ το σπασμένο μου φτερό
στον τελευταίο μας χορό
μέσα απ’ τους κύκλους του σαν κόμπος να λυθώ
γλυκά να ζαλιστώ

Η αγάπη, αγάπη μου,
πληγωμένο πουλί
απόψε αχ…για μας τους δυο
ας κράταγε ενός λεπτού φιλί
Απόψε πάρε με….

Αχ…ψυχή μου μάγισσα
κι αναστενάρισσα καρδιά
πήραν τα πόδια μου φωτιά
θέλω να τρέξω, να χορέψω, να στο πω
ακόμα σ’ αγαπώ

Η αγάπη, αγάπη μου,
πληγωμένο πουλί
απόψε αχ…για μας τους δυο
ας κράταγε ενός λεπτού φιλί
Απόψε πάρε με…




Ροζ γραβάτα

Άκουγα εσένα άκουγα
κάτι σαν αντίο ή παράκουγα
ύστερα είπες κι άλλα αλλά δεν άκουγα.
Μονάχα θυμάμαι καθαρά μια ροζ γραβάτα
άνοιξα την πόρτα, χάραζε.
Τι να βρω να πω να σε συντάραζε
είχα πάει μ' άλλον μια φορά παλιά
μα ούτε που ρώταγες ποτέ που πήγαινα.
Ροζ γραβάτα φόραγες τότε που με χώραγες
αγκαλιά μου και λαχτάρα ίδια πίναμε τσιγάρα.
Ροζ γραβάτα κι έλιωνα με φιλί θα τέλειωνα
την κουβέντα μας για πάντα
με φιλί θα τα 'γραφα όλα ροζ.
Άλλαζε αιώνας άλλαζε
μέσα μου βραχνό σκυλί που αλάλαζε.
Όσα φέρνει ο χρόνος
τα παράλλαζε πάντα η καρδιά
πατώντας σταθερά μου 'λεγε αγάπα.
Άνοιξα την πόρτα κι έφυγα
ύστερα από χρόνια λέω πως ξέφυγα.
Λόγια που πληγώναν
δεν πόναγε πια
ήταν απάτη η ομορφιά που κάποτε πλήγωνα.
Ροζ γραβάτα φόραγες τότε που με χώραγες
αγκαλιά μου και λαχτάρα ίδια πίναμε τσιγάρα.
Ροζ γραβάτα κι έλιωνα με φιλί θα τέλειωνα
την κουβέντα μας για πάντα
με φιλί θα τα 'γραφα όλα ροζ.




Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2007

ΦΕΓΓΑΡΙΑ...

Φεγγάρια σκοτεινά
θερίζουνε ξανά
τους έρωτες των δρόμων
Κι από ‘κει
μια ώρα διαρκεί
ο βίος των εντόμων

Σ’ αγαπάω και βυθίζομαι
στη ρωγμή κι απελπίζομαι
Έπεται γιατί δρέπεται
η κραυγή του θηρίου
Σ’ αγαπάω σαν οτιδήποτε
κόσμε μου έρημε κι αλύτρωτε
Τα τρωτά απορρίπτονται
στα υπόγεια του κτιρίου

Χαμένη κιβωτός
και μέσα εαυτός
που δεν ολοκληρώνει
Κι από ‘δω
αυτά μπορώ να δω
και τη ζωή σαν χιόνι




Σαββατόβραδο...

Σαββατόβραδο ζεστό έξω απ’ τη ντίσκο
με την πλάτη σου, στον ξεφτισμένο τοίχο.
να γυρνάς στην ίδια πάντα φυλακή.

Δίχως όνειρα και χαμένο μύθο
καρφωμένος απ’ της κόλασης τον ήχο
να χορεύεις με κομμένη αναπνοή.

Σ’ έχω διαλέξει να σ’ αναστήσω
να σου μιλήσω και να σε πείσω
να δραπετεύσουμε μαζί και δεν το ξέρεις

Η ζωή σου ένα τέλμα δίχως ρίσκο
ένα αυλάκι σ’ ένα χαλασμένο δίσκο
που κολλάει στην ίδια πάντα συλλαβή.

Το κορμί σου ένα δέντρο δίχως ίσκιο
ένα αίνιγμα που μου φωνάζει λύσε το
και μ’ αφήνει με κομμένη αναπνοή.



Έχω ανάγκη...

Έχω ανάγκη μια σου λέξη
μια αλήθεια μες τις αυταπάτες
και μια αγκαλιά να με γιατρέψει
από θανάσιμες αγάπες
έχω ανάγκη να βουλιάξω
μέσα στο πιο βαθύ σου βλέμμα
απ' την αλήθεια να τρομάξω
και να φουντάρω σ' ένα ψέμα

Έχω ανάγκη να σου δείξω
πως είμαι πλέον οπαδός σου
με την παλάμη μου ν' αγγίξω
τον πυρετό στο μέτωπό σου
έχω ανάγκη να σε νιώσω
σαν μια προσωπική μου νίκη
με πόσα βράδια να πληρώσω
τη μοναξιά που μου ανήκει

Μια κρύα νύχτα του Σεπτέμβρη
ένα σακατεμένο βράδυ
μόνο τα μάτια σου θυμάμαι
δυο φλόγες μέσα στο σκοτάδι
μια κρύα νύχτα του Σεπτέμβρη
που όσο θυμάμαι με πονάει
έχουν περάσει τόσα χρόνια
μ' αυτή η αγάπη δεν περνάει

Απόψε δε θα βγω στους δρόμους
στα όνειρα μου θα σε ψάξω
ότι δεν έφυγες ποτέ σου
έχω ανάγκη να φωνάξω
σ' όποια αγκαλιά και να κοιμάσαι
εγώ μαζί σου θα ξυπνάω
την πιο γλυκιά σου απουσία
έχω ανάγκη ν' αγαπάω

Κι έτσι για πάντα θα σαλπάρω
στην πλάτη του δικού σου ανέμου
σαν νά' σουν όρκος θα σε πάρω
που δε θα πάταγα ποτέ μου.