ΤΟ BLOG ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΤΟ SOUNDTRACK ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ.

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

Ρωμαίος και Ιουλιέττα...

Ρωμαίος και Ιουλιέττα... Όλοι γνωρίζουμε για τους δύο παράτολμους νέους που οδηγήθηκαν στο θάνατο από αγνό, άδολο, απόλυτο έρωτα. Που αψήφησαν το μίσος των οικογενειών τους και ενώθηκαν με τα ισόβια δεσμά του έρωτα και του θανάτου. Είναι, ίσως η πιο γνωστή, ρομαντική και απόλυτη ιστορία έρωτα που γράφτηκε στην ιστορία του παγκόσμιου θεάτρου.
Έχετε, όμως, ποτέ φανταστεί πώς θα ήταν αν ο Ρωμαίος και η Ιουλιέττα δεν πέθαιναν αλλά τελικά παντρεύονταν κι έκαναν και παιδιά; Ή αν τελικά πέθαινε μόνο ο Ρωμαίος; Ή μόνο η Ιουλιέττα; Με μία από αυτές τις εκδοχές καταπιάνεται ο συγγραφέας Άκης Δήμου στο έργο του "...ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΤΑ". Στο έργο αυτό, μόνο ο Ρωμαίος έχει καταφέρει να αφαιρέσει τη ζωή του, ενώ η Ιουλιέττα μένει πίσω, "νέα ακόμη", και μόνη "να δοξάζει έναν άδοξο έρωτα" που αναλώθηκε στα λόγια και τα φευγαλέα βλέμματα. Μια Ιουλιέττα κουλουριασμένη, ακίνητη, ξεχασμένη. Που απευθύνεται σ' έναν υποτιθέμενο επισκέπτη και ξεκινά ένα μακρύ ποιητικό μονόλογο.
Η Ιουλιέττα του Άκη Δήμου έχει μια πικρή έπαρση, μια αδιόρατη αλαζονεία αλλά και μια βαθιά ευαισθησία.
"Δε θα σηκωθώ, συγχωρήστε με.
Έχω ξεχάσει πώς είναι να υποδέχεσαι κάποιον. Τις κινήσεις που κάνει, τα λόγια που λέει κανείς σε μια τα τέτοια περίπτωση. Οι επισκέψεις έχουν χάσει πια κάθε ενδιαφέρον για μένα. Μου θυμίζουν απλώς πως είμαι μόνη για μια ακόμη νύχτα. Δεν περιμένω τίποτα απ' τους άλλους. Δική τους πλάνη αν αυτοί προσδοκούν κάτι από μένα. Μην το πάρετε προσωπικά αυτό, σας παρακαλώ. Μόνο έτσι μπορώ να σας φερθώ: σαν να είμαι μόνη. Σαν να μην είστε εσείς εδώ. Ή σαν να είστε -πράγμα που βέβαια για μένα είναι το ίδιο. Με θεωρείτε αγενή; Στριφνή; Ιδιόρρυθμη; Ω, δε με νοιάζει, σας βεβαιώ, καθόλου δεν με νοιάζει. Δεν έχω πλέον περηφάνια για να πληγωθεί από τις κρίσεις σας, δεν έχω πρόσωπο που να επιθυμώ να το κρατήσω μακριά από τη σκιά μιας κακής εντύπωσης. Αυτά ταιριάζουν σε γυναίκες μαθημένες να ζουν μέσα στον κόσμο. Με σύζυγο, παιδιά και συγγενείς, με φίλους, θαυμαστές και εραστές ακόμα -γιατί όχι; Στις γυναίκες που αξιώθηκαν το μεγαλείο της μετριότητας, τα εύσημα της τάξης και της νοικοκυροσύνης, που είπαν παλάτι το φτηνό κατάλυμα της παχύσαρκης ζωής τους, κι είναι οι κουτές φιλοφρονήσεις του περίγυρου το αλάτι που νοστιμίζει την περιττή τους ύπαρξη. Για μια γυναίκα όμως που ζει αντίθετα απ' αυτά,
ποια σημασία μπορούν να έχουν τα επίθετα ενός ξένου;"

Δεν επιδιώκει φανερά την εμφάνιση κάποιου στο έρημο σπίτι της αλλά ενδόμυχα επιθυμεί μια διακριτική παρουσία. Μια παρουσία που θα της κρατάει λίγη συντροφιά όχι φλυαρώντας αλλά σωπαίνοντας. Που θα μπορούσε να συμμεριστεί την απομόνωση και τη βαθιά θλίψη της.
"Συνήθως αφήνω το πορτάκι της εξώπορτας ανοιχτό, αλλά κανείς δεν έρχεται -ίσως να φταίει που γνωρίζουν όλοι πόσο πολύ αντιπαθώ τις επισκέψεις, ίσως πάλι ο κόσμος να έπαψε να με βρίσκει ενδιαφέρουσα. Έτσι κι αλλιώς τι θα μπορούσε κανείς να ωφεληθεί από μένα; Μόνο μια μνήμη αίματος μπορώ να ανακαλέσω, υπάρχει όμως κανείς που να θέλει να θυμάται κάτι τέτοιο;"
Ο αποθανών εραστής είναι πάντοτε παρών, την κατακλύζει ολόκληρη, της επαναφέρει μνήμες μακρινές, ευτυχισμένες, μακριά από την τραγική τους κατάληξη. "Θυμάμαι τώρα... Πριν να τον δω, τον γνώριζα καλά, ως την παραμικρή του λεπτομέρεια, μέχρι τον κόμπο της μπέρτας του, μέχρι το μικρό εκείνο κυκλάμινο στην αγκράφα της ζώνης του -σημάδι κοριτσίστικο, υπαινιγμός μιας τρυφερότητας που έφτανε για να καταλάβει κανείς πως το ξίφος δεν ήταν άλλο από μια γελοία σύμβαση που ήθελε πολεμιστές όλα τ' αγόρια της γενιά του, μια μάσκα ανίκανη να κρύψει μια ψυχή ευαίσθητη και νωχελική".
Κι άλλοτε πάλι αυτοτιμωρείται με λόγια σκληρά για τη δική της μικροψυχία, λιποταξία από αυτή την ατέλειωτη αρένα του έρωτα και του θανάτου.
"Τεχνάσματα δαιμονικά, αλλεπάλληλες δοκιμές, πρόβες για να πετύχει ο θάνατός μας. Εκείνος τα κατάφερε στο τέλος. Εγώ απέτυχα - πιο λίγη πάντα, πιο μικρή, πιο καταδικασμένη, δεμένη πάνω στη ζωή σαν γυναίκα που ήμουν.
Τώρα που σκέφτομαι πιο ψύχραιμα τα περασμένα, λέω πως έτσι έπρεπε να γίνει. Πάντοτε, πρέπει να μένει κάποιος στο τέλος, και μετά το τέλος ακόμα να μένει όρθιος, εκεί, για να υποδέχεται τη φρίκη, να πονάει, να ματώνει και να ξεσκίζεται, να ταΐζει στο στόμα το πιο μαύρο λιοντάρι, να απελπίζεται και να μη λυτρώνεται ποτέ, κάποιος πρέπει πάντα να μένει πίσω, ακρωτηριασμένος, ανάπηρος, κομματιασμένος, να δοξάζει έναν άδοξο έρωτα και με την ιαχή της ήττας λιωμένη στα χείλη να σωριάζεται άδειος, ένας σωρός από σκουριά, ένα κατάρτι σάπιο, αταξίδευτο, καρφωμένο στην άμμο σαν Σταυρός".

Πλέκει εγκώμια για τους μοναδικούς, χαώδεις έρωτες που μάλλον είναι καταδικασμένοι να αφανιστούν αλλά και που χωρίς αυτούς η ζωή μοιάζει λειψή, ανολοκλήρωτη.
" Ο Φόβος, Κύριε, είναι ένας δρόμος κλειστός για τον έρωτα. Ένα τραχύ μονοπάτι γεμάτο από φιδοφωλιές και βρόμικα χορτάρια. Στο τέρμα του φαντάζει απρόσιτο το χλοερό αλωνάκι της αγάπης. Μα μόνο έτσι πολεμάς γι' αυτό που νιώθεις: περπατώντας αυτόν τον δρόμο, ματώνοντας τα πόδια στα χαλίκια του,
παραμερίζοντας με τους αγκώνες τα σαρκοβόρα αναρριχητικά που γλείφουν κιόλας λαίμαργα το δέρμα σου, κοιτώντας πάντοτε μπροστά, κοιτώντας μέσα σου, εκεί όπου παφλάζει η επιθυμία που σε οδηγεί, που ο πόθος ξεδιπλώνει το βαθύ του ουρανό, εκεί που η καρδιά χτυπάει μόνη της και μια φωτιά ανάβει μεσοπέλαγα.
Ερωτεύομαι θα πει Πηγαίνω. Προχωρώ. Διασχίζω και Διασχίζομαι. Και Ξεμακραίνω. Για ν' αγγίξω κάποτε τον πάμφωτο προορισμό που αξιώθηκα.
Θα πει Φτάνω. Ξυπόλυτη, λουσμένη στον ιδρώτα, κατάκοπη, γδαρμένη, δίχως νύχια, δίχως δόντια, με βλέφαρα καμένα, πρησμένα γόνατα, με χέρια τρυπημένα και τη φωνή τριμμένη πάνω στις συλλαβές του σ' αγαπώ -έστω κι έτσι, μόνο έτσι Φτάνω.
Γιατί ο έρωτας, Κύριε, άλλο δεν είναι από μια δυνατότητα.
Ένα Μπορώ.
Να γνωρίζω και να αγνοώ μαζί.
Να εγκληματώ και να 'μαι η μόνη αθώα.
Να παραλύω μπροστά στην πιθανότητα της αποκάλυψης, κι αυτός ο φόβος, Κύριε, να με δυναμώνει.
Μόνο οι γενναίοι αγαπούν -να το θυμάστε. Οι άλλοι απλώς ξεγελούν τα όνειρα. Εγώ ήμουνα στους πρώτους".

Και όσο για το χρόνο σε όρους μέλλοντα, η Ιουλιέττα γνωρίζει ήδη... Και δείχνει μια απέραντη τρυφερότητα για τον έρωτα που η ζωή ίσως επιφυλάσσει στον υποτιθέμενο επισκέπτη της.
"Το μέλλον μου, λέω, είναι μια κατασκότεινη σπηλιά. Βρίσκομαι ήδη εντός της. Μην το νομίσετε αυτό υπερβολή. Κοιτάξτε εδώ τα χέρια μου: τρύπια απ' τα βράχια κι απ' τις ριπές των κυμάτων.
Αρκετά με τη θάλασσα, το ταξίδι μου πάει.
Ας γλυκαίνουν τους άλλους οι έρωτες.
Εγώ διπλώθηκα στα δύο.
Κι ακόμα δεν μπορώ να χωρέσω.

Σας στεναχώρησα, το βλέπω. Ελάτε, μη λυπάστε. Τουλάχιστον όχι για μένα. Υπάρχει τόσος έρωτας γύρω σας και μέσα σας που και η παραμικρή θλίψη για η δική μου ερημιά είναι μια ανώφελη σπατάλη.
Φυλάξτε τα δάκρυά σας. Θα τ' αναζητήσετε αργά ή γρήγορα. Τότε θυμηθείτε με για λίγο. Και κλάψτε μόνο σας μετά. Όχι για τη δική μου ορφάνια, μα για το δικό σας ανεκτίμητο καημό".

Η Ιουλιέττα του Άκη Δήμου νιώθει εκλεκτή αλλά και αδικημένη, ευνοημένη από τη μοίρα αλλά καταραμένη από το θάνατο, υπερήφανη και αποκαμωμένη συνάμα.

"Κι αν ο έρωτας είναι ο έρωτας που χάθηκε,
πώς θα βρούμε τον έρωτα;"
http://www.youtube.com/watch?v=NMwFtgRRbJo&feature=relmfu

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Dance With My Own Shadow

Σαν μπήκα σπίτι μου άρχισα να χορεύω.
Ο ήχος μιας μπάντας με παρασύρει.
Σκίζω τον τοίχο, βρίσκομαι στους δρόμους, χρωματισμένους εφιαλτικά κι οι μπάντες να χτυπάνε τους ρυθμούς ξέφρενα, ενώ εγώ χάνομαι μες στο χρόνο, μεσ’ από κει που ήρθα, αφήνοντας πίσω μου ένα χαμόγελο παντοτινό στη μνήμη των ανθρώπων.
Γιατί κανείς ποτέ δεν θα γνωρίσει αν ήρθα, αν έφυγα κι αν πράγματι υπήρξα κάποτε τυχαία ανάμεσά τους.



Αθανασία

Τι ζητάς Αθανασία
στο μπαλκόνι μου μπροστά
δε μου δίνεις σημασία
κι η καρδιά μου πως βαστά.
Σ' αγαπήσανε στον κόσμο
βασιλιάδες ποιητές
κι ένα κλωναράκι δυόσμο
δεν τους χάρισες ποτές.
Είσαι σκληρή
σαν του θανάτου τη γροθιά
μα ’ρθαν καιροί
που σε πιστέψαμε βαθιά.
Κάθε γενιά
δική της θέλει να γενείς
ομορφονιά
που δε σε κέρδισε κανείς.

Τι ζητάς Αθανασία
στο μπαλκόνι μου μπροστά
ποια παράξενη θυσία
η ζωή να σου χρωστά.
Ήρθαν διψασμένοι Κροίσοι
ταπεινοί προσκυνητές
κι απ' του κήπου σου τη βρύση
δεν τους δρόσισες ποτές.
Είσαι σκληρή
σαν του θανάτου τη γροθιά
μα ’ρθαν καιροί
που σε πιστέψαμε βαθιά.
Κάθε γενιά
δική της θέλει να γενείς
ομορφονιά
που δε σε κέρδισε κανείς.



Το μαγικό χαλί

Στο μεταξωτό μου το μαντήλι
βρήκα τα φιλιά που μου 'χεις στείλει,
τα μετρώ και κάνω το σταυρό μου
να σε δω κι απόψε στ' όνειρό μου.

Στο μαγικό χαλί σου
πετώ κι εγώ μαζί σου
σε πολιτείες και χωριά,
στην Πάφο, στ' Αϊδίνι,
στη Χίο, στη Μυτιλήνη,
κι ως μες στην Αλεξάνδρεια.

Στον ουρανό κρυφοί μπαξέδες
και γύρω-γύρω καφενέδες,
και γύρω-γύρω καφενέδες.

Στο μαγικό χαλί σου
πετώ κι εγώ μαζί σου
και σβάρνα παίρνω το ντουνιά,
το Νείλο, τον Ευφράτη,
την Προύσα, τη Βαγδάτη,
τη Δαμασκό, τη Μπαρμπαριά.

Στο μεταξωτό σου το μαντήλι
κρύψε τα φιλιά που σου 'χω στείλει,
μέτρα τα και κάνε το σταυρό μου
να με δεις κι εσύ μες στ' όνειρό σου.





Το νησί των συναισθημάτων...

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα συναισθήματα.
Εκεί, ανάμεσα στα υπόλοιπα, ζούσαν και η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη...
Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε
και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.
Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία σ

τιγμή.
Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη άρχισε να ζητάει βοήθεια.

Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό. Η Αγάπη τον ρωτάει:
-Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;
-Όχι, δεν μπορώ, απάντησε ο Πλούτος. Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα.

Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία
που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος.
-Σε παρακαλώ, βοήθησέ με' είπε η Αγάπη.
-Δεν μπορώ να σε βοηθήσω, Αγάπη... Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου, της απάντησε η Αλαζονεία.

H Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια.
-Λύπη, άφησέ με να έρθω μαζί σου.
-Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου' είπε η Λύπη.

Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη, αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία. Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.

Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή:
-Αγάπη, έλα προς τα εδώ! Θα σε πάρω εγώ μαζί μου. Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του. Όταν έφτασαν στη στεριά, ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του. Η Αγάπη, γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε, ρώτησε τη Γνώση:
-Γνώση, ποιος με βοήθησε;
-Ο Χρόνος, της απάντησε η Γνώση.
-Ο Χρόνος; ρώτησε η Αγάπη. Γιατί με βοήθησε ο Χρόνος; Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με βαθιά σοφία της είπε:
-Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη.

Το μέτρημα...

Tους ανθρώπους της ζωής μου
κάθισα να τους μετρήσω
τους παρόντες, τους απόντες
κάνα δυο περαστικούς.

Όσους ήρθαν για να μείνουν
όσους έφυγαν πριν γίνουν,
τους κοινόχρηστους, τους ξένους,
τους πολύ προσωπικούς.

Και μου βγαίνουν πάντα λίγοι
ή μου βγαίνουνε πολλοί
κι είναι η μοναξιά που επείγει
ό,τι με μελαγχολεί.

Και μου βγαίνουν πάντα λίγοι
ή μου βγαίνουνε πολλοί
σ' ένα μέτρημα που ανοίγει
την παλιά μου την πληγή.

Τους ανθρώπους της ζωής μου
θα ' θελα να τους κρατήσω.
Τα αγρίμια, τους αγγέλους
και τους πιο κανονικούς.

Όσους άφησαν σημάδι
όσους πήρε το σκοτάδι,
τους εκείνους, τους τυχαίους
τους πολύ προσωπικούς.

Άνθρωποι μόνοι που άφησαν σκόνη
φιλίες και αγάπες που πήραν οι δρόμοι
κλεμμένοι, κρυμμένοι, κρυφά δανεισμένοι
τυχαίοι, γενναίοι, δειλοί , φοβισμένοι
δικοί μου και ξένοι, λαμπροί και θλιμμένοι
σε σχέσεις, σε σπίτια καλά κλειδωμένοι.
Χαρούμενοι, άσχετοι, συνεπιβάτες
Μποέμ καλλιτέχνες, παιδιά με γραβάτες.
Εχθροί μου και φίλοι, μικροί και μεγάλοι
που δίνουν με μέτρο, που κάνουν σπατάλη.
Αγάπες που έμοιαζαν να 'χουν αξία
και άλλες που ξέμειναν στη χειραψία
Φτωχοί συγγενείς που σερβίρουν τα έτοιμα
Οι λογικοί κι όσοι ζουν με το αίσθημα.
Φοβάμαι πως χάνω το μέτρημα...



Με τσιγάρα βαριά...

Με τσιγάρα βαριά
και φτερό την καρδιά, πάντα φεύγω
Σα μεγάλο παιδί
που τα πάντα έχει δει, λες κι είναι έργο

Με αλλαγμένη φωνή
μη ντραπώ και φανεί, ψιθυρίζω
Και φυσώ τον καπνό
με μια δόση θυμό, που ποτέ- μα ποτέ
δεν τελειώνω ό, τι αρχίζω

Κι είναι οι δρόμοι υγροί
Τι κατάλαβαν, τι
Από μένα
Λες και τα μυστικά
Τα κρατούσα κρυφά
Για να μείνουν κρυμμένα

Με τσιγάρα βαριά
μια βουτιά στα βαθιά, κι επιπλέω
Κι ας μην είναι σωστό
πάντα ό, τι σκεφτώ, θα το λέω

Μ αλλαγμένη φωνή
τεντωμένο σκοινί, να βαδίσω
Και τραβώ τον καπνό
με μια δόση θυμό, που ποτέ-δεν μπορώ
όσα θέλω ν αρχίσω...



Συνέχεια στα όρια...

Συνέχεια στα όρια
κουράζομαι κι εγώ
να σε ταξιδεύω
και να ναυαγώ

κούμπωσέ με αν θες
τα 'παμε και χθες
δεν ενώνονται εύκολα οι ζωές

μπορείς να φύγεις πρώτα εσύ
μετά σ'ακολουθώ
κάποιος μένει πάντα στο βυθό
σήμερα εσύ, αύριο εγώ
τώρα όμως πρέπει να ντυθώ

κούμπωσέ με τώρα
θα καλέσω ένα ταξί
κάποιος κάνει πάντα την αρχή
κάτσε μια στιγμή
δωσ'μου ένα φιλί
κάτι να 'χω για τη διαδρομή

συνέχεια στα όρια
λες κι είναι για κακό
να 'ναι μια φορά κανονικό
πού 'ναι τα κλειδιά
δε σου λέω γεια
όταν φεύγεις το 'χω γρουσουζιά

κούμπωσέ με τώρα
θα καλέσω ένα ταξί
κάποιος κάνει πάντα την αρχή
σήμερα εσύ, αύριο εγώ
κάτι όμως πρέπει να σου πω

συνέχεια στα όρια
δεν έχω τι να πω
πάρε με το βράδυ
ρώτα με αν σ' αγαπώ

άλλο ένα φιλί
ήρθε το ταξί
κι όλο δυσκολεύει πιο πολύ...
άλλο ένα φιλί
ήρθε το ταξί
κι όλο δυσκολεύει πιο πολύ...



Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

It's, oh, so quiet...

Shhhh, Shhhh
It's, oh, so quiet shh,shh
It's, oh, so still shh,shh
You're all alone shh, shh
And so peaceful until...

You fall in love
Zing boom
The sky up above
Zing boom
Is caving in
Wow bam
You've never been so nuts about a guy
You wanna laugh you wanna cry
You cross your heart and hope to die
'Til it's over and then

Shhh, Shhh
It's nice and quiet
Shhh, Shhh
But soon again
Shhh, Shhh
Starts another big riot

You blow a fuse, zing boom
The devil cuts loose, zing boom
So what's the use, wow bam
Of falling in love

It's, oh, so quiet
It's, oh, so still
You're all alone
And so peaceful until...

You ring the bell, bim bam
You shout and you yell, hi ho ho
You broke the spell
Gee, this is swell you almost have a fit
This guy is "gorge" and I got hit
There's no mistake this is it

'Til it's over and then
It's nice and quiet
Shhh, Shhh
But soon again
Shhh, Shhh
Starts another big riot

You blow a fuse
Zing boom
The devil cuts loose
Zing boom
So what's the use
Wow bam
Of falling in love

The sky caves in
The devil cuts loose
You blow blow blow blow blow your fuse ahhh
When you've fallen in love
Ssshhhhhh...



Όταν χαράζει...

Όταν χαράζει, ο πρώτος στεναγμός
βγαίνει απ' τα πιο σφιγμένα χείλη.
Σαν πεταλούδα στην κάμαρη πετά
ψάχνοντας άνοιγμα να φύγει.

Αν είσαι μόνος, αν είσαι αδύναμος
η χαραυγή θα σε ξεκάνει.
Έχει το μύρο, έχει τη σιγαλιά,
έχει τον ήλιο τον αλάνη.

Καινούρια μέρα, καινούριος ποταμός
στις εκβολές του θα προσφέρει
όσα χαθήκαν, όσα ξεχάστηκαν
κι όσα γι' αυτά κανείς δεν ξέρει.

Πίσω απ' τους λόφους, πίσω απ' τα βλέφαρα
υπάρχει τόπος και για σένα.
Χωρίς Βαστίλη, χωρίς ανάθεμα,
χωρίς τα χείλη τα σφιγμένα...



Παραιτούμαι...

Παραιτούμαι, δεν αντέχω άλλο
για τα πάντα να σε συγχωρώ
και μπορώ με δράκους να τα βάλω
όμως με το ψέμα δεν μπορώ

Και να το παλέψω τι θ' αλλάξει
άλλη μια φορά θα πληγωθώ
κράτα τη ζωή που σου 'χω φτιάξει
κι άσε με να φύγω να σωθώ

Παραιτούμαι, απ' τη ζωή σου παραιτούμαι
απ' όσα ζήσαμε και ζούμε παραιτούμαι
χωρίς απαίτηση για ό,τι δικαιούμαι

Παραιτούμαι, απ' τη ζωή σου παραιτούμαι
απ' την ελπίδα να τα βρούμε
παραιτούμαι
και τίποτα άλλο πια δεν έχουμε να πούμε
Παραιτούμαι.....

Για ποια σχέση θες να προσπαθήσω
τσάμπα και χωρίς προοπτική
με τι όπλα πια να πολεμήσω
όταν η αγάπη δεν αρκεί

Παραιτούμαι, απ' τη ζωή σου παραιτούμαι
απ' όσα ζήσαμε και ζούμε παραιτούμαι
χωρίς απαίτηση για ό,τι δικαιούμαι

Παραιτούμαι, απ' τη ζωή σου παραιτούμαι
απ' την ελπίδα να τα βρούμε
παραιτούμαι
και τίποτα άλλο πια δεν έχουμε να πούμε
Παραιτούμαι.....

                                

Στερεότυπα...

Ώρα τρεις τη νύχτα,
ανεβαίνω τα σκαλιά
μα δε νυστάζω
μ' ανοιχτό το φως ξανά,
τη δική σου τη μεριά
ούτε που κοιτάζω

Τι είναι αυτό που λείπει
απ' τη μέσα μου ζωή
τα δάχτυλά σου
μια γουλιά νερό θα πιω
πώς αλλιώς να καταπιώ
πως τα πάντα αλλάζουν

Πάρε εσύ τα χάδια
τα γυμνά σκοτάδια
τα πρωτότυπα
κι άσε εδώ για μένα
κάτι στοιχειωμένα
σ' αγαπώ, σ' αγαπώ,
σ' αγαπώ καρδιά μου
στερεότυπά μου
έτσι τ' όνομά μου δεν ξανάκουσα
και γι' αυτό θυμώνω
που θα λέω στον πόνο
σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ
λες κι είμαστε αγκαλιά...

Άμα θες να δεις
τη δικιά μου τη σκιά
αντί για μένα
όπου πάω, τ' ακούς, να 'ρθείς
να κοιτάς από μακριά
το δικό σου ένα

Δε μπορώ να ζω
εδώ μέσα άλλος κανείς
θα βγω λιγάκι
δυο μικρά πουλιά πετούν
στα μηνύματα αδειανό
τ' άσπρο φακελάκι

Πάρε εσύ τα χάδια
τα γυμνά σκοτάδια
τα πρωτότυπα
κι άσε εδώ για μένα
κάτι στοιχειωμένα
σ' αγαπώ, σ' αγαπώ,
σ' αγαπώ καρδιά μου
στερεότυπά μου
έτσι τ' όνομά μου δεν ξανάκουσα
και γι' αυτό θυμώνω
που θα λέω στον πόνο
σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ
λες κι είμαστε αγκαλιά...



Δικαίωμα...

Και δικαίωμα
δεν έχω πια να σ' αγαπώ
το στερέωμα της λογικής μου
θαν' αυτό.

Να σ' αγκαλιάζω μια φορά
ούτε με φτάνει κι ούτε μ' αφορά
κάποτε θέλαμε κι οι δυο
Μα τώρα πια
σε θέλω για τον εαυτό μου.

Και δικαίωμα δεν έχω πια να σ' αγαπώ.

Και δικαίωμα
δεν έχεις πια να με κρατάς
στο μεσαίωνα της λογικής σου
να με πας...

Έφυγα

Έφυγα γιατί έπρεπε να μείνω αλλιώς
Έφυγα γιατί άνοιξε ο καημός μου ο παλιός
στα άγγιγμα του όχι μας
σαν κουρασμένο ρούχο
γιατί έφυγα και απέφυγα
που τέτοια αγάπη σου' χω

Δυο σπίρτα που 'μειναν στις νύχτας το κουτί
να μην τ' ανάψεις
Την πόρτα σου μονάχα την κουτή
για ρώτα την πως έφυγα
νομίζοντας πως θες να με φωνάξεις

Έφυγα γιατί έπρεπε να ζήσω αλλιώς
Έφυγα όπως φεύγει το σκοτάδι απ' το φως
Μια κάφτρα μόνο γυάλισε λες και ήθελε να δείξει
ποιο κουράγιο το κουβάλησε το θέλω που' χα πνίξει

Εγώ μιλάω για δύναμη...

Όλα ξέρω τι σημαίνουν
και τι εννοούν,
το μυαλό μου με συντόνισε
στο καινούργιο μήκος,..
Όλα ξέρω γιατί γίνονται
και πως λειτουργούν,
το μυαλό με βοήθησε
να καταλαβαίνω,
οι ευαίσθητοι αμύνονται
στη ζωή και αργούν,
κι η λαχτάρα τους συνήθισε
να πατάει το φρένο.

Όλα ξέρω τι σημαίνουν
και τι εννοούν,
το μυαλό μου με συντόνισε
στο καινούργιο μήκος,
οι ευαίσθητοι παθαίνουν
και παρανοούν,
λες κι ο κόσμος το κανόνισε
να γλιτώνει ο λύκος.

#ρεφρέν
Μα εγώ μιλάω για δύναμη,
της αγάπης ισοδύναμη,
και ζητάω προτεραιότητα,
φύση, θέση, κι ιδιότητα.

Μα εγώ μιλάω για δύναμη,
της ελπίδας ισοδύναμη,
και γυρνάω στην αθωότητα,
την παλιά μου την ταυτότητα.

Κόψε και μοίρασε...

Τι άλλαξε; Τι χάλασε;
Λες και πάνω στο διάφανο φως
μελάνι στάλαξε.
Πού χάνεσαι; Πού τρέχει το βλέμμα;
Ποια αλήθεια μου κρύβει ο καπνός
ή μήπως κρύβει ψέμα;

Θα κοιτώ στα μάτια σου
θα ρωτάω μέχρι να μου πεις
θα χτυπώ στα βράχια σου
ως το τέλος της σιωπής.

Κόψε και μοίρασε στα δύο
πάντα η αγάπη θέλει δύο,
δυο να γελούν στο ίδιο αστείο
δυο να ζεσταίνουνε το κρύο
δυο να μοιράζονται αμαρτία και θεό.

Κόψε και μοίρασε στα δυο
πάντα η αγάπη θέλει δυο
δυο μονομάχους στο πεδίο
δυο στο μαζί και στο αντίο
δυο να μοιράζονται τα πάντα ή το κενό.

Τι ξέφτισε; Τι έσπασε;
Λες και επάνω μου χούφτες γυαλιά
η νύχτα πέταξε.
Ποιος έφταιξε και ποιον ν`αθωώσω;
Να σε πάρω ξανά αγκαλιά
ή μήπως να θυμώσω;



Τα λέμε...

Αγαπημένε η ζωή
Κυλάει σαν ποτάμι
Πίνει απ' τα δάκρυα βροχή
Μα στάζει σε ένα τζάμι
Πες μου τι σημαίνει "τα λέμε"
Φεύγουν για πάντα οι στιγμές με ότι καίμε
Τα λέμε...
Τόσο γενική αυτή η φράση
Ταιριάζει τέλεια στην κρύα σου στάση
Τα λέμε...
Να αγκαλιαστούμε τελευταία φορά
Να κλαίμε...

Μπάσταρδε πονάνε οι λέξεις
Εγώ πεθαίνω και εσύ θέλεις να παίξεις
Τα λέμε...
Ποιός σου 'χει μάθει να σκοτώνεις με ψέμα
Σκληρούς ανθρώπους να πατάς σαν εμένα
Χειρότερο κι από βρισιά
Τα λέμε...
Έπρεπε απλά να πεις
Αντίο...

Πόση υποκρισία γλιτώνεις
Θέλει να έχεις ψυχή να πληγώνεις
Τα λέμε...
Είναι της καρδιάς μου απορία
Ανωτερότητα δε θέλω καμία
Κυλιέμαι...
Νομίζεις πέφτω χαμηλά
Μα εγώ τιμάω το τέλος και νιώθω

Μπάσταρδε πονάνε οι λέξεις
Εγώ πεθαίνω και εσύ θέλεις να παίξεις
Τα λέμε...
Ποιος σου 'χει μάθει να σκοτώνεις με ψέμα
Σκληρούς ανθρώπους να πατάς σαν εμένα
Χειρότερο και από βρισιά
Τα λέμε...
Έπρεπε απλά να πεις
Αντίο, τελειώσαμε, φύγε!

Μην τολμήσεις να με δεις ξανά
Δεν τα λέμε πια ποτέ
Θέλω μόνο να ξεχάσω

Μπάσταρδε πονάνε οι λέξεις
Εγώ πεθαίνω και εσύ θέλεις να παίξεις
Τα λέμε...
Χειρότερο και από βρισιά
Τα λέμε...

Άκου κάτι αληθινό
Αγάπη μου αντίο, πονάω..
.... γαμώτο!



Σ' έχω βρει και σε χάνω ...

Σ΄έχω βρει και σε χάνω
δανεική παρουσία
έχω τόσα να κάνω
και δεν έχουν ουσία

όπου είσαι πηγαίνω
δίχως λόγο να πάω
με τους φίλους σου βγαίνω
επαφή να κρατάω

Κάποιες μέρες ακούω
στη σιωπή τη φωνή σου
πάνε μέρες που λείπεις
κι είμαι ακόμα μαζί σου

σε ρωτάω τι έχεις
και σου λέω καλημέρα
σ΄αγαπάω μην τρέχεις
είσ΄ακόμα εδώ πέρα

Προσπαθώ να ξεχάσω
όμως κάτι συμβαίνει
ό,τι όμορφο πιάσω
να το δεις περιμένει

Σ΄ έχω βρει και σε χάνω
Σ΄έχω βρει...
Και σε χάνω...

Σ΄έχω βρει και σε χάνω
σταθερή μου αξία
η ζωή μου σε τάξη
κι η καρδιά σ΄αταξία

Έχεις γίνει συνήθεια
και το μόνιμο θέμα
σου δανείζω αλήθεια
να πληρώνεις το ψέμα

Κάποιες νύχτες στους δρόμους
σε τρακάρω τυχαία
είν΄αμάξια οι μόνοι
και οι σχέσεις τροχαία

στα παλιά μας τα στέκια
όπως πάντα συχνάζω
είχα πει πως θ΄αλλάξω
κι όσο αλλάζω σου μοιάζω

Σ΄έχω βρει και σε χάνω
Σ΄έχω βρει...
Και σε χάνω...
Σ΄έχω βρει και σε χάνω...



Εν λευκώ...

Λευκή μου τύχη και λευκή ζωή μου
Γιατί τα βράδια κρύβεστε στο γκρίζο;
Βλέπω στο άσπρο σας την προβολή μου
και το μετά απ' το μετά γνωρίζω
Αν είχα θάρρος για να πω το "έλα"
τώρα δε θα 'χα τη φωτιά στο αίμα
Αν είχε χρώμα θα 'ταν άσπρη η τρέλα
Αν είχε σώμα θα 'ταν πάλι ψέμα.

Κοίτα τα χέρια πως γυρνούν στον τοίχο
σαν να χορεύουνε με τη σιωπή μου
κι εγώ που χρόνια γύρευα το στίχο
που θα εξηγήσει τη βουβή ζωή μου
μεταμφιέζω τη σιωπή σε λέξη
και τη χαρίζω σ' όποιον μου εξηγήσει
να 'χει το μέλλον μου να επιλέξει
ποιο παρελθόν μου θα ξαναγυρίσει...

Τίποτα σημαντικό.
Ζω μονάχα εν λευκώ...

Λευκή μου τύχη και λευκή ζωή μου
καλά τα λεν οι έγχρωμοί μου φίλοι
το πρόβλημά μου η υπερβολή μου
κι ό,τι αργεί απάντηση να στείλει
Αν είχε το θάρρος να φανεί ο λόγος
τώρα δε θα 'τανε φωτιά στο αίμα
Αν είχε χρώμα θα 'ταν άσπρο ο φόβος
Αν είχε σώμα θα 'ταν σαν κι εμένα.

Αν σ' αγαπούν να μάθουν να το λένε
κι αν δε στο πουν να μάθεις να το κλέβεις
κι αν θες να δεις τ' αληθινά να καίνε
πρέπει στο ύψος της φωτιάς ν' ανέβεις.

Και σε λυπούνται που δεν το 'χεις νιώσει
κι εσύ λυπάσαι που το ξέρεις πρώτος
και που κανείς δεν είχε λάβει γνώση
πως η σιωπή σου ήταν χρόνια κρότος.

Δικαίωμά μου να ποντάρω λίγα
Δικαίωμά μου να πηγαίνω πάσο
κι εκεί που λένε πως ποτέ δεν πήγα
εγώ δεν πρόλαβα να το ξεχάσω
Κι όποιος ρωτήσει γιατί πάντα φεύγω
μ' αυτό τον τόνο του λευκού στο βλέμμα
του λέω μια φράση σαν να υπεκφεύγω
με μια ελπίδα να 'ναι σαν κι εμένα...

Τίποτα σημαντικό...
Ζω μονάχα εν λευκώ....
Τίποτα σημαντικό....
Ζω μονάχα εν λευκώ....
Τίποτα σημαντικό....
Ζω μονάχα εν λευκώ....





Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει...

      
Από μικροί μαθαίνουμε να χάνουμε
η απώλεια θα μπορούσε να 'ναι κούνια μας
δεν μπορείς να τα ΄χεις όλα
πρώτη φράση που μαθαίνουμε

Από μικροί πρέπει να μοιραζόμαστε
τα γλυκά και τα παιχνίδια με τ' αδέρφια μας
μάθε πλέον να μοιράζεσαι
έτσι δίνουμε ό,τι παίρνουμε

και τα χρόνια περνάνε
και ό,τι τρώμε κερνάμε
δίνουμε ό,τι αποκτάμε
ώσπου κάτι τελειώνει...

και οι άνθρωποι φεύγουν
και εμείς δεν αντιδράμε
μάθαμε να ξεχνάμε
και να μένουμε μόνοι...

μα η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει
να το θυμάσαι μικρή μου καρδιά
η καρδιά πονάει πάντα όταν ψηλώνει
πάντα...

η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει
να το θυμάσαι μικρή μου καρδιά
η καρδιά πονάει πάντα όταν ψηλώνει
πάντα...




Ήτανε Αέρας...

                                                   
Τι ξέρεις για τον καιρό γι αυτόν τον άνεμο,
 την κάθε της ματιά που γυρνάει και σβήνει.
 Τι γνώριζες γι αυτή για τα χείλη της, 
την κάθε της φωτιά που γυρνάει και δίνει.
 Ήτανε αέρας πάντα σύννεφο σκοτεινό, 
δεν τη βρίσκεις δεν τη φτάνεις, ψάχνει το χαμό.
 Ήτανε αέρας πάντα σύννεφο βιαστικό, 
μες σε τρένα μες σε πλοία, κλαίει το χωρισμό.
 Τι γνώριζες γι αυτή για τη μάνα της, 
την κάθε της σιωπή πριν τραγούδι γίνει. 
Τι γνώριζες γι αυτή για το γέλιο της, 
την κάθε της φωτιά που γυρνάει και δίνει.
 Ήτανε αέρας πάντα σύννεφο σκοτεινό, 
δεν τη βρίσκεις δεν τη φτάνεις, ψάχνει το χαμό.
 Ήτανε αέρας πάντα σύννεφο βιαστικό, 
μες σε τρένα μες σε πλοία, κλαίει το χωρισμό.



Μανούλα μου...

                                  
Αχ, τι ντροπή, τέτοια ντροπή
μάνα μου και πως βγαίνει
όσο κι αν τρέξει ο ποταμός
μάνα μου δε την πλένει

Τι να μου κάνουν δάκρυα δυο
και στεναγμοί σαρανταδυό, μανούλα μου
τι κι αν το δάκρυ μου νωπό
βουβό το στόμα και πικρό, μανούλα μου

Και τρέχω κάποιον για να βρω
να με ρωτάει και τον ρωτώ
τι θα γενεί, τι θα γενεί
ποιος θα πονεί, ποιος θα πονεί
μανούλα μου, μανούλα μου..



Ήσουν παιδί σαν το Χριστό..

Έμπαινες κι έλαμπε το σπίτι
σαν το τριφύλλι τ'ανοιχτό
κι είχες το φως τ'Αποσπερίτη
στα δυο σου μάτια φυλαχτό

Άφηνες πάνω στο τραπέζι
γάλα και μέλι και ψωμί
κι έβλεπα τ'όνειρο να παίζει
στο πελαγίσιο σου κορμί

Σ' ευχαριστώ, σ'ευχαριστώ
ήσουν παιδί σαν τον Χριστό

Κύμα και βότσαλο κι αλμύρα
και καλοκαίρι μου ζεστό
ούτε ένα δάκρυ σου δεν πήρα
στην παγωνιά για να λουστώ

Σ' ευχαριστώ, σ'ευχαριστώ
ήσουν παιδί σαν τον Χριστό...



Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2012

I will always love you...

If I should stay
I would only be in your way
And so I'll go, but I know
I'll think of you each step of the way
And I will always love you
I will always love you
Bitter-sweet memories
That's all I'm taking with me
Good-bye, please don't cry
'Cause we both know that I'm not
What you need
I will always love you
I will always love you
I hope life, treats you kind
And I hope that you have all
That you ever dreamed of
I wish you joy
And I…