Ρωμαίος και Ιουλιέττα... Όλοι γνωρίζουμε για τους δύο παράτολμους νέους
που οδηγήθηκαν στο θάνατο από αγνό, άδολο, απόλυτο έρωτα. Που αψήφησαν
το μίσος των οικογενειών τους και ενώθηκαν με τα ισόβια δεσμά του έρωτα
και του θανάτου.
Είναι, ίσως η πιο γνωστή, ρομαντική και απόλυτη ιστορία έρωτα που
γράφτηκε στην ιστορία του παγκόσμιου θεάτρου.
Έχετε, όμως, ποτέ φανταστεί πώς θα ήταν αν ο Ρωμαίος και η Ιουλιέττα δεν πέθαιναν αλλά τελικά παντρεύονταν κι έκαναν και παιδιά; Ή αν τελικά πέθαινε μόνο ο Ρωμαίος; Ή μόνο η Ιουλιέττα; Με μία από αυτές τις εκδοχές καταπιάνεται ο συγγραφέας Άκης Δήμου στο έργο του "...ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΤΑ". Στο έργο αυτό, μόνο ο Ρωμαίος έχει καταφέρει να αφαιρέσει τη ζωή του, ενώ η Ιουλιέττα μένει πίσω, "νέα ακόμη", και μόνη "να δοξάζει έναν άδοξο έρωτα" που αναλώθηκε στα λόγια και τα φευγαλέα βλέμματα. Μια Ιουλιέττα κουλουριασμένη, ακίνητη, ξεχασμένη. Που απευθύνεται σ' έναν υποτιθέμενο επισκέπτη και ξεκινά ένα μακρύ ποιητικό μονόλογο.
Η Ιουλιέττα του Άκη Δήμου έχει μια πικρή έπαρση, μια αδιόρατη αλαζονεία αλλά και μια βαθιά ευαισθησία.
"Δε θα σηκωθώ, συγχωρήστε με.
Έχω ξεχάσει πώς είναι να υποδέχεσαι κάποιον. Τις κινήσεις που κάνει, τα λόγια που λέει κανείς σε μια τα τέτοια περίπτωση. Οι επισκέψεις έχουν χάσει πια κάθε ενδιαφέρον για μένα. Μου θυμίζουν απλώς πως είμαι μόνη για μια ακόμη νύχτα. Δεν περιμένω τίποτα απ' τους άλλους. Δική τους πλάνη αν αυτοί προσδοκούν κάτι από μένα. Μην το πάρετε προσωπικά αυτό, σας παρακαλώ. Μόνο έτσι μπορώ να σας φερθώ: σαν να είμαι μόνη. Σαν να μην είστε εσείς εδώ. Ή σαν να είστε -πράγμα που βέβαια για μένα είναι το ίδιο. Με θεωρείτε αγενή; Στριφνή; Ιδιόρρυθμη; Ω, δε με νοιάζει, σας βεβαιώ, καθόλου δεν με νοιάζει. Δεν έχω πλέον περηφάνια για να πληγωθεί από τις κρίσεις σας, δεν έχω πρόσωπο που να επιθυμώ να το κρατήσω μακριά από τη σκιά μιας κακής εντύπωσης. Αυτά ταιριάζουν σε γυναίκες μαθημένες να ζουν μέσα στον κόσμο. Με σύζυγο, παιδιά και συγγενείς, με φίλους, θαυμαστές και εραστές ακόμα -γιατί όχι; Στις γυναίκες που αξιώθηκαν το μεγαλείο της μετριότητας, τα εύσημα της τάξης και της νοικοκυροσύνης, που είπαν παλάτι το φτηνό κατάλυμα της παχύσαρκης ζωής τους, κι είναι οι κουτές φιλοφρονήσεις του περίγυρου το αλάτι που νοστιμίζει την περιττή τους ύπαρξη. Για μια γυναίκα όμως που ζει αντίθετα απ' αυτά,
ποια σημασία μπορούν να έχουν τα επίθετα ενός ξένου;"
Δεν επιδιώκει φανερά την εμφάνιση κάποιου στο έρημο σπίτι της αλλά ενδόμυχα επιθυμεί μια διακριτική παρουσία. Μια παρουσία που θα της κρατάει λίγη συντροφιά όχι φλυαρώντας αλλά σωπαίνοντας. Που θα μπορούσε να συμμεριστεί την απομόνωση και τη βαθιά θλίψη της.
"Συνήθως αφήνω το πορτάκι της εξώπορτας ανοιχτό, αλλά κανείς δεν έρχεται -ίσως να φταίει που γνωρίζουν όλοι πόσο πολύ αντιπαθώ τις επισκέψεις, ίσως πάλι ο κόσμος να έπαψε να με βρίσκει ενδιαφέρουσα. Έτσι κι αλλιώς τι θα μπορούσε κανείς να ωφεληθεί από μένα; Μόνο μια μνήμη αίματος μπορώ να ανακαλέσω, υπάρχει όμως κανείς που να θέλει να θυμάται κάτι τέτοιο;"
Ο αποθανών εραστής είναι πάντοτε παρών, την κατακλύζει ολόκληρη, της επαναφέρει μνήμες μακρινές, ευτυχισμένες, μακριά από την τραγική τους κατάληξη. "Θυμάμαι τώρα... Πριν να τον δω, τον γνώριζα καλά, ως την παραμικρή του λεπτομέρεια, μέχρι τον κόμπο της μπέρτας του, μέχρι το μικρό εκείνο κυκλάμινο στην αγκράφα της ζώνης του -σημάδι κοριτσίστικο, υπαινιγμός μιας τρυφερότητας που έφτανε για να καταλάβει κανείς πως το ξίφος δεν ήταν άλλο από μια γελοία σύμβαση που ήθελε πολεμιστές όλα τ' αγόρια της γενιά του, μια μάσκα ανίκανη να κρύψει μια ψυχή ευαίσθητη και νωχελική".
Κι άλλοτε πάλι αυτοτιμωρείται με λόγια σκληρά για τη δική της μικροψυχία, λιποταξία από αυτή την ατέλειωτη αρένα του έρωτα και του θανάτου.
"Τεχνάσματα δαιμονικά, αλλεπάλληλες δοκιμές, πρόβες για να πετύχει ο θάνατός μας. Εκείνος τα κατάφερε στο τέλος. Εγώ απέτυχα - πιο λίγη πάντα, πιο μικρή, πιο καταδικασμένη, δεμένη πάνω στη ζωή σαν γυναίκα που ήμουν.
Τώρα που σκέφτομαι πιο ψύχραιμα τα περασμένα, λέω πως έτσι έπρεπε να γίνει. Πάντοτε, πρέπει να μένει κάποιος στο τέλος, και μετά το τέλος ακόμα να μένει όρθιος, εκεί, για να υποδέχεται τη φρίκη, να πονάει, να ματώνει και να ξεσκίζεται, να ταΐζει στο στόμα το πιο μαύρο λιοντάρι, να απελπίζεται και να μη λυτρώνεται ποτέ, κάποιος πρέπει πάντα να μένει πίσω, ακρωτηριασμένος, ανάπηρος, κομματιασμένος, να δοξάζει έναν άδοξο έρωτα και με την ιαχή της ήττας λιωμένη στα χείλη να σωριάζεται άδειος, ένας σωρός από σκουριά, ένα κατάρτι σάπιο, αταξίδευτο, καρφωμένο στην άμμο σαν Σταυρός".
Πλέκει εγκώμια για τους μοναδικούς, χαώδεις έρωτες που μάλλον είναι καταδικασμένοι να αφανιστούν αλλά και που χωρίς αυτούς η ζωή μοιάζει λειψή, ανολοκλήρωτη.
" Ο Φόβος, Κύριε, είναι ένας δρόμος κλειστός για τον έρωτα. Ένα τραχύ μονοπάτι γεμάτο από φιδοφωλιές και βρόμικα χορτάρια. Στο τέρμα του φαντάζει απρόσιτο το χλοερό αλωνάκι της αγάπης. Μα μόνο έτσι πολεμάς γι' αυτό που νιώθεις: περπατώντας αυτόν τον δρόμο, ματώνοντας τα πόδια στα χαλίκια του,
παραμερίζοντας με τους αγκώνες τα σαρκοβόρα αναρριχητικά που γλείφουν κιόλας λαίμαργα το δέρμα σου, κοιτώντας πάντοτε μπροστά, κοιτώντας μέσα σου, εκεί όπου παφλάζει η επιθυμία που σε οδηγεί, που ο πόθος ξεδιπλώνει το βαθύ του ουρανό, εκεί που η καρδιά χτυπάει μόνη της και μια φωτιά ανάβει μεσοπέλαγα.
Ερωτεύομαι θα πει Πηγαίνω. Προχωρώ. Διασχίζω και Διασχίζομαι. Και Ξεμακραίνω. Για ν' αγγίξω κάποτε τον πάμφωτο προορισμό που αξιώθηκα.
Θα πει Φτάνω. Ξυπόλυτη, λουσμένη στον ιδρώτα, κατάκοπη, γδαρμένη, δίχως νύχια, δίχως δόντια, με βλέφαρα καμένα, πρησμένα γόνατα, με χέρια τρυπημένα και τη φωνή τριμμένη πάνω στις συλλαβές του σ' αγαπώ -έστω κι έτσι, μόνο έτσι Φτάνω.
Γιατί ο έρωτας, Κύριε, άλλο δεν είναι από μια δυνατότητα.
Ένα Μπορώ.
Να γνωρίζω και να αγνοώ μαζί.
Να εγκληματώ και να 'μαι η μόνη αθώα.
Να παραλύω μπροστά στην πιθανότητα της αποκάλυψης, κι αυτός ο φόβος, Κύριε, να με δυναμώνει.
Μόνο οι γενναίοι αγαπούν -να το θυμάστε. Οι άλλοι απλώς ξεγελούν τα όνειρα. Εγώ ήμουνα στους πρώτους".
Και όσο για το χρόνο σε όρους μέλλοντα, η Ιουλιέττα γνωρίζει ήδη... Και δείχνει μια απέραντη τρυφερότητα για τον έρωτα που η ζωή ίσως επιφυλάσσει στον υποτιθέμενο επισκέπτη της.
"Το μέλλον μου, λέω, είναι μια κατασκότεινη σπηλιά. Βρίσκομαι ήδη εντός της. Μην το νομίσετε αυτό υπερβολή. Κοιτάξτε εδώ τα χέρια μου: τρύπια απ' τα βράχια κι απ' τις ριπές των κυμάτων.
Αρκετά με τη θάλασσα, το ταξίδι μου πάει.
Ας γλυκαίνουν τους άλλους οι έρωτες.
Εγώ διπλώθηκα στα δύο.
Κι ακόμα δεν μπορώ να χωρέσω.
Σας στεναχώρησα, το βλέπω. Ελάτε, μη λυπάστε. Τουλάχιστον όχι για μένα. Υπάρχει τόσος έρωτας γύρω σας και μέσα σας που και η παραμικρή θλίψη για η δική μου ερημιά είναι μια ανώφελη σπατάλη.
Φυλάξτε τα δάκρυά σας. Θα τ' αναζητήσετε αργά ή γρήγορα. Τότε θυμηθείτε με για λίγο. Και κλάψτε μόνο σας μετά. Όχι για τη δική μου ορφάνια, μα για το δικό σας ανεκτίμητο καημό".
Η Ιουλιέττα του Άκη Δήμου νιώθει εκλεκτή αλλά και αδικημένη, ευνοημένη από τη μοίρα αλλά καταραμένη από το θάνατο, υπερήφανη και αποκαμωμένη συνάμα.
"Κι αν ο έρωτας είναι ο έρωτας που χάθηκε,
πώς θα βρούμε τον έρωτα;"
http://www.youtube.com/watch?v=NMwFtgRRbJo&feature=relmfu
Έχετε, όμως, ποτέ φανταστεί πώς θα ήταν αν ο Ρωμαίος και η Ιουλιέττα δεν πέθαιναν αλλά τελικά παντρεύονταν κι έκαναν και παιδιά; Ή αν τελικά πέθαινε μόνο ο Ρωμαίος; Ή μόνο η Ιουλιέττα; Με μία από αυτές τις εκδοχές καταπιάνεται ο συγγραφέας Άκης Δήμου στο έργο του "...ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΤΑ". Στο έργο αυτό, μόνο ο Ρωμαίος έχει καταφέρει να αφαιρέσει τη ζωή του, ενώ η Ιουλιέττα μένει πίσω, "νέα ακόμη", και μόνη "να δοξάζει έναν άδοξο έρωτα" που αναλώθηκε στα λόγια και τα φευγαλέα βλέμματα. Μια Ιουλιέττα κουλουριασμένη, ακίνητη, ξεχασμένη. Που απευθύνεται σ' έναν υποτιθέμενο επισκέπτη και ξεκινά ένα μακρύ ποιητικό μονόλογο.
Η Ιουλιέττα του Άκη Δήμου έχει μια πικρή έπαρση, μια αδιόρατη αλαζονεία αλλά και μια βαθιά ευαισθησία.
"Δε θα σηκωθώ, συγχωρήστε με.
Έχω ξεχάσει πώς είναι να υποδέχεσαι κάποιον. Τις κινήσεις που κάνει, τα λόγια που λέει κανείς σε μια τα τέτοια περίπτωση. Οι επισκέψεις έχουν χάσει πια κάθε ενδιαφέρον για μένα. Μου θυμίζουν απλώς πως είμαι μόνη για μια ακόμη νύχτα. Δεν περιμένω τίποτα απ' τους άλλους. Δική τους πλάνη αν αυτοί προσδοκούν κάτι από μένα. Μην το πάρετε προσωπικά αυτό, σας παρακαλώ. Μόνο έτσι μπορώ να σας φερθώ: σαν να είμαι μόνη. Σαν να μην είστε εσείς εδώ. Ή σαν να είστε -πράγμα που βέβαια για μένα είναι το ίδιο. Με θεωρείτε αγενή; Στριφνή; Ιδιόρρυθμη; Ω, δε με νοιάζει, σας βεβαιώ, καθόλου δεν με νοιάζει. Δεν έχω πλέον περηφάνια για να πληγωθεί από τις κρίσεις σας, δεν έχω πρόσωπο που να επιθυμώ να το κρατήσω μακριά από τη σκιά μιας κακής εντύπωσης. Αυτά ταιριάζουν σε γυναίκες μαθημένες να ζουν μέσα στον κόσμο. Με σύζυγο, παιδιά και συγγενείς, με φίλους, θαυμαστές και εραστές ακόμα -γιατί όχι; Στις γυναίκες που αξιώθηκαν το μεγαλείο της μετριότητας, τα εύσημα της τάξης και της νοικοκυροσύνης, που είπαν παλάτι το φτηνό κατάλυμα της παχύσαρκης ζωής τους, κι είναι οι κουτές φιλοφρονήσεις του περίγυρου το αλάτι που νοστιμίζει την περιττή τους ύπαρξη. Για μια γυναίκα όμως που ζει αντίθετα απ' αυτά,
ποια σημασία μπορούν να έχουν τα επίθετα ενός ξένου;"
Δεν επιδιώκει φανερά την εμφάνιση κάποιου στο έρημο σπίτι της αλλά ενδόμυχα επιθυμεί μια διακριτική παρουσία. Μια παρουσία που θα της κρατάει λίγη συντροφιά όχι φλυαρώντας αλλά σωπαίνοντας. Που θα μπορούσε να συμμεριστεί την απομόνωση και τη βαθιά θλίψη της.
"Συνήθως αφήνω το πορτάκι της εξώπορτας ανοιχτό, αλλά κανείς δεν έρχεται -ίσως να φταίει που γνωρίζουν όλοι πόσο πολύ αντιπαθώ τις επισκέψεις, ίσως πάλι ο κόσμος να έπαψε να με βρίσκει ενδιαφέρουσα. Έτσι κι αλλιώς τι θα μπορούσε κανείς να ωφεληθεί από μένα; Μόνο μια μνήμη αίματος μπορώ να ανακαλέσω, υπάρχει όμως κανείς που να θέλει να θυμάται κάτι τέτοιο;"
Ο αποθανών εραστής είναι πάντοτε παρών, την κατακλύζει ολόκληρη, της επαναφέρει μνήμες μακρινές, ευτυχισμένες, μακριά από την τραγική τους κατάληξη. "Θυμάμαι τώρα... Πριν να τον δω, τον γνώριζα καλά, ως την παραμικρή του λεπτομέρεια, μέχρι τον κόμπο της μπέρτας του, μέχρι το μικρό εκείνο κυκλάμινο στην αγκράφα της ζώνης του -σημάδι κοριτσίστικο, υπαινιγμός μιας τρυφερότητας που έφτανε για να καταλάβει κανείς πως το ξίφος δεν ήταν άλλο από μια γελοία σύμβαση που ήθελε πολεμιστές όλα τ' αγόρια της γενιά του, μια μάσκα ανίκανη να κρύψει μια ψυχή ευαίσθητη και νωχελική".
Κι άλλοτε πάλι αυτοτιμωρείται με λόγια σκληρά για τη δική της μικροψυχία, λιποταξία από αυτή την ατέλειωτη αρένα του έρωτα και του θανάτου.
"Τεχνάσματα δαιμονικά, αλλεπάλληλες δοκιμές, πρόβες για να πετύχει ο θάνατός μας. Εκείνος τα κατάφερε στο τέλος. Εγώ απέτυχα - πιο λίγη πάντα, πιο μικρή, πιο καταδικασμένη, δεμένη πάνω στη ζωή σαν γυναίκα που ήμουν.
Τώρα που σκέφτομαι πιο ψύχραιμα τα περασμένα, λέω πως έτσι έπρεπε να γίνει. Πάντοτε, πρέπει να μένει κάποιος στο τέλος, και μετά το τέλος ακόμα να μένει όρθιος, εκεί, για να υποδέχεται τη φρίκη, να πονάει, να ματώνει και να ξεσκίζεται, να ταΐζει στο στόμα το πιο μαύρο λιοντάρι, να απελπίζεται και να μη λυτρώνεται ποτέ, κάποιος πρέπει πάντα να μένει πίσω, ακρωτηριασμένος, ανάπηρος, κομματιασμένος, να δοξάζει έναν άδοξο έρωτα και με την ιαχή της ήττας λιωμένη στα χείλη να σωριάζεται άδειος, ένας σωρός από σκουριά, ένα κατάρτι σάπιο, αταξίδευτο, καρφωμένο στην άμμο σαν Σταυρός".
Πλέκει εγκώμια για τους μοναδικούς, χαώδεις έρωτες που μάλλον είναι καταδικασμένοι να αφανιστούν αλλά και που χωρίς αυτούς η ζωή μοιάζει λειψή, ανολοκλήρωτη.
" Ο Φόβος, Κύριε, είναι ένας δρόμος κλειστός για τον έρωτα. Ένα τραχύ μονοπάτι γεμάτο από φιδοφωλιές και βρόμικα χορτάρια. Στο τέρμα του φαντάζει απρόσιτο το χλοερό αλωνάκι της αγάπης. Μα μόνο έτσι πολεμάς γι' αυτό που νιώθεις: περπατώντας αυτόν τον δρόμο, ματώνοντας τα πόδια στα χαλίκια του,
παραμερίζοντας με τους αγκώνες τα σαρκοβόρα αναρριχητικά που γλείφουν κιόλας λαίμαργα το δέρμα σου, κοιτώντας πάντοτε μπροστά, κοιτώντας μέσα σου, εκεί όπου παφλάζει η επιθυμία που σε οδηγεί, που ο πόθος ξεδιπλώνει το βαθύ του ουρανό, εκεί που η καρδιά χτυπάει μόνη της και μια φωτιά ανάβει μεσοπέλαγα.
Ερωτεύομαι θα πει Πηγαίνω. Προχωρώ. Διασχίζω και Διασχίζομαι. Και Ξεμακραίνω. Για ν' αγγίξω κάποτε τον πάμφωτο προορισμό που αξιώθηκα.
Θα πει Φτάνω. Ξυπόλυτη, λουσμένη στον ιδρώτα, κατάκοπη, γδαρμένη, δίχως νύχια, δίχως δόντια, με βλέφαρα καμένα, πρησμένα γόνατα, με χέρια τρυπημένα και τη φωνή τριμμένη πάνω στις συλλαβές του σ' αγαπώ -έστω κι έτσι, μόνο έτσι Φτάνω.
Γιατί ο έρωτας, Κύριε, άλλο δεν είναι από μια δυνατότητα.
Ένα Μπορώ.
Να γνωρίζω και να αγνοώ μαζί.
Να εγκληματώ και να 'μαι η μόνη αθώα.
Να παραλύω μπροστά στην πιθανότητα της αποκάλυψης, κι αυτός ο φόβος, Κύριε, να με δυναμώνει.
Μόνο οι γενναίοι αγαπούν -να το θυμάστε. Οι άλλοι απλώς ξεγελούν τα όνειρα. Εγώ ήμουνα στους πρώτους".
Και όσο για το χρόνο σε όρους μέλλοντα, η Ιουλιέττα γνωρίζει ήδη... Και δείχνει μια απέραντη τρυφερότητα για τον έρωτα που η ζωή ίσως επιφυλάσσει στον υποτιθέμενο επισκέπτη της.
"Το μέλλον μου, λέω, είναι μια κατασκότεινη σπηλιά. Βρίσκομαι ήδη εντός της. Μην το νομίσετε αυτό υπερβολή. Κοιτάξτε εδώ τα χέρια μου: τρύπια απ' τα βράχια κι απ' τις ριπές των κυμάτων.
Αρκετά με τη θάλασσα, το ταξίδι μου πάει.
Ας γλυκαίνουν τους άλλους οι έρωτες.
Εγώ διπλώθηκα στα δύο.
Κι ακόμα δεν μπορώ να χωρέσω.
Σας στεναχώρησα, το βλέπω. Ελάτε, μη λυπάστε. Τουλάχιστον όχι για μένα. Υπάρχει τόσος έρωτας γύρω σας και μέσα σας που και η παραμικρή θλίψη για η δική μου ερημιά είναι μια ανώφελη σπατάλη.
Φυλάξτε τα δάκρυά σας. Θα τ' αναζητήσετε αργά ή γρήγορα. Τότε θυμηθείτε με για λίγο. Και κλάψτε μόνο σας μετά. Όχι για τη δική μου ορφάνια, μα για το δικό σας ανεκτίμητο καημό".
Η Ιουλιέττα του Άκη Δήμου νιώθει εκλεκτή αλλά και αδικημένη, ευνοημένη από τη μοίρα αλλά καταραμένη από το θάνατο, υπερήφανη και αποκαμωμένη συνάμα.
"Κι αν ο έρωτας είναι ο έρωτας που χάθηκε,
πώς θα βρούμε τον έρωτα;"
http://www.youtube.com/watch?v=NMwFtgRRbJo&feature=relmfu