ΤΟ BLOG ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΤΟ SOUNDTRACK ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ.

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2007

Αγαπάω κι αδιαφορώ...

Αγαπάω κι αδιαφορώ
και κρατάω τον κατάλληλο χορό,
το λοιπόν θα αγαπάω κι εμένα,
όπως εσένα.

Μην παραννοείς τα λόγια που 'χω πει,
είν' η πιο απλή του κόσμου συνταγή.
Νιώσε με για να σε νιώσω κι ας πονάς,
είν' πανάκριβο στο λέω ν' αγαπάς.

Κοίτα με στα μάτια με υπομονή,
διώξε του όλου κόσμου την επιρροή.
Νιώσε με για να σε νιώσω κι ας πονάς,
είν' πανάκριβο στο λέω ν' αγαπάς.

Αγαπάω κι αδιαφορώ
και μαζί σου το 'χω μάθει και αυτό,
παραδόξως ν' αγαπάω κι εμένα,
όπως εσένα.

Την εικόνα αυτού του κόσμου δεν μπορώ,
ούτε μέσα στη σκιά του θα χαθώ.
Μάγεψαν κι εσένανε τα ξωτικά,
κάνεις πάλι κύκλους σ' άλλη αγκαλιά.

Και μη μας τρομάζουν φως μου οι πληγές,
στις χρυσές στιγμές μας πλάι και αυτές.
Νιώσε με για να σε νιώσω κι ας πονάς,
είν' πανάκριβο στο λέω ν' αγαπάς.

Αγαπάω κι αδιαφορώ
κι έχω φτιάξει έναν καινούριο εαυτό,
τώρα πια με αγαπάω κι εμένα,
όπως εσένα.




"Εφυγα..."

Έφυγα,
γιατί έπρεπε να μείνω αλλιώς.
Έφυγα,
γιατί άνοιξε ο καημός μου ο παλιός.
Στο άγγιγμα του όχι μας
σαν κουρασμένο ρούχο
γιατί έφυγα κι απέφυγα
που τέτοια αγάπη σου 'χω...
Δυο σπίρτα που 'μειναν στης νύχτας το κουτί
να μην τ' ανάψεις.
Την πόρτα σου μονάχα την κουτή
για ρώτα την πώς έφυγα, νομίζοντας πως θες να με φωνάξεις.
Έφυγα,
γιατί έπρεπε να ζήσω αλλιώς.
Έφυγα,
όπως φεύγει το σκοτάδι απ' το φως.
Μια κάφτρα μόνο γυάλισε
λες κι ήθελε να δείξει
ποιο κουράγιο το κουβάλησε
το θέλω που 'χα πνίξει...
Δυο σπίρτα που 'μειναν στης νύχτας το κουτί
να μην τ' ανάψεις.
Την πόρτα σου μονάχα την κουτή
για ρώτα την πώς έφυγα, νομίζοντας πως θες να με φωνάξεις.



Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2007

Θέλω να σε δω...

Θέλω να σε δω
να μ' αναζητάς
σε κάθε οδό και δω
στα λίγα που ζητάς
Θέλω να σε δω
μ' έρωτα βαρύ
να μην μπορεί κανείς
να διώξει αυτόν το θάνατο
Καμιά φορά
φοράω τα λόγια μιας πληγής
καμιά φορά ξεχνιέμαι αλλιώς
κι απ' όλους κρύβομαι
Τη χαρά μου λες γιατί στην κάνω συμφορά
και δε χωράει η ζωή
να μπει στο γλέντι ούτε μια φορά
Θέλω να σε δω
να μ' εκδικηθείς
να πιω νερό κρυφά
εκεί που θα πλυθείς
Θέλω να σε δω
να 'μαστε αγκαλιά
και μία θηλιά γερή
το χθες να κάνει αθάνατο






Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2007

H σονάτα του σεληνόφωτος

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε! Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι, αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες, ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου λησμονημένα λόγια - δε θέλω να τ' ακούσω. Σώπα. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου, ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο, τόσο αδιάφορη κι αϋλη, τόσο θετική σαν μεταφυσική που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ' η φθορά του. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα, κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας μπορεί να φαντάζουμε κιόλας πως θα πετάξουμε, γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού μου, σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν, κι όταν κλείνεσαι μέσα σ' αυτόν τον ήχο του πετάγματος νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου, κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα, μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους, δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου, (δεν είναι τούτο η λύπη μου - η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κ' η καρδιά μου). Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα, μοναχός στη δόξα και στο θάνατο. Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει – θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε, τα κάδρα ρίχνονται σε να βουτάνε στο κενό, οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου απ’ την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ’ τα γόνατά της ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα. Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, - όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία – λέω για την πολυθρόνα, τόσο αναπαυτική, μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει - μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι, πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα δίνω στο στιλβωτήριο της γωνιάς, ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος λικνισμένο απ’ την ίδια του ανάσα, τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δυο σα να μην είχε τίποτα να κλείσει ή να κρατήσει ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου είχα μανία με τα μαντίλια, όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο, τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς με το λιόγερμα ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το σκουφί που φοράνε οι εργάτες στο αντικρινό γιαπί ή να σκουπίσω τα μάτια μου, - διατήρησα καλή την όρασή μου ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια. Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι ν’ απασχολώ τα δάχτυλα μου. και τώρα θυμήθηκα πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δυο ξανθές πλεξούδες - 8, 16, 32, 64 - κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς όλο φως και ροζ λουλούδια, (συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια – κακή συνήθεια) – 32, 64 - κ’ οι δικοί μου στήριζαν μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο. Λοιπόν, σου ‘λεγα για την πολυθρόνα – ξεκοιλιασμένη – φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα – έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο, μα που καιρός και λεφτά και διάθεση – τι να πρωτοδιορθώσεις; - έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, - φοβήθηκα τα’ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. εδώ κάθισαν άνθρωποι που ονειρεύθηκαν μεγάλα όνειρα, όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε, και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα δίχως να ενοχλούνται απ’ τη βροχή ή το φεγγάρι. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας τ’ Αι Νικόλα, ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα απ’ το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι που ‘ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων – και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε ντυμένος την αχλύ και τη δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος, πυρπολημένη απ’ τα’ αδηφάγα μάτια των αντρών κι απ’ τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων, πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα, άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο, στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα ‘βλεπα) μέτωπα, χείλη και λαιμοί, γόνατα, δάχτυλα και μάτια, στέρνα και μπράτσα και μηροί (κι αλήθεια δεν τα ‘βλεπα) - ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς ό,τι θαυμάζεις, σου φθάνει ο θαυμασμός σου, - θέ μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων γιατί, έτσι πολιορκημένη απ’ έξω κι από μέσα, άλλος δε μου ‘μενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω. – Όχι, δε φτάνει. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με, γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, έμεινα μόνη ανένδοτη, μόνη και πάναγνη, ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη, γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού, στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μείνουνε σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. δε φτάνει. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια. Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου. Πρέπει πάντα να προσέχεις, να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε. Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δεν τολμάς να τ’ ανοίξεις. Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει. Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του να απ’ τους νεκρούς του να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ’ ετοιμόρροπα κρεβάτια και ράφια. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες την άχνα της βραδιάς, είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλητη, κάτι θα τρίξει, - ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης, κάποια βήματα ακούγονται, - δεν είναι δικά μου. Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, - ή μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, - κι αν κάνεις αν κοιτάξεις σ’ αυτόν ή στον άλλον καθρέφτη, πίσω απ’ τη σκόνη και τις ραγισματιές, διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου, το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή παρά να το κρατήσεις καθάριο κι αδιαίρετο. Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο σαν κυκλικό ξυράφι – πώς να το φέρω στα χείλη μου; όσο κι αν διψώ, - πώς να το φέρω; - Βλέπεις; έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, - αυτό μου απόμεινε, αυτό με διαβεβαιώνει ακόμη πως δε λείπω. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Φορές-φορές, την ώρα πού βραδιάζει, έχω την αίσθηση πως έξω άπ’ τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης με την γριά βαριά του αρκούδα με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο και δεν τ' αφήνουν πια να βγουν έξω μ' όλο πού πίσω απ' τούς τοίχους μαντεύουν το περπάτημα της γριάς αρκούδας – κ' η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της, μην ξέροντας για που και γιατί – έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της να διασκεδάζει τα παιδιά, τούς αργόσχολους τους απαιτητικούς και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της, δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση, την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων, στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της, την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου - έστω κ' ενός αργού θανάτου- την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ' τη σκλαβιά της. Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι; Κ' η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της, χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλια της στις πενταροδεκάρες που τις ρίχνουνε τα ωραία και ανυποψίαστα παιδιά (ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα) και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ , ευχαριστώ. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα είναι σαν το βυθό της θάλασσας. Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν σα στρόγγυλα, μεγάλα μάτια πίθανων ψαριών, τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες, φύκια και όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου – δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα, δεν μπορώ ν’ ανέβω πάλι στην επιφάνεια – ο δίσκος μου πέφτει απ’ τα χέρια άηχος, - σωριάζομαι και βλέπω τις φυσαλίδες απ’ την ανάσα μου ν’ ανεβαίνουν, ν’ ανεβαίνουν και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντας τες κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες, τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς; Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί, στο βάθος του πνιγμού, κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων, απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά και μελλούμενα, μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας, κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε, μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη, κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι, τα δίνω μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ τα δίνω. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου. Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να ‘ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε. Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα; Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο – τι δυνατό το στήθος σου, τι δυνατό φεγγάρι, - η πολυθρόνα, λέω – κι όταν σηκώνω το φλιτζάνι απ’ το τραπέζι μένει από κάτω μια τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω να μην κοιτάξω μέσα, - αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου – μην κοιτάξεις μέσα, είναι μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει – μην κοιτάξεις, μην κοιτάχτε, ακούστε που σας μιλάω – θα πέσετε μέσα. Τούτος ο ίλιγγος ωραίος, ανάλαφρος – θα πέσεις, - ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι, ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστηριακές φωνές – δεν τις ακούτε; Βαθύ βαθύ το πέσιμο, βαθύ βαθύ το ανέβασμα, το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ’ ανοιχτά φτερά του, βαθιά βαθιά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, - τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης, όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα, ανάσα ωκεανού. Ωραίος ανάλαφρος ο ίλιγγος τούτος, - πρόσεξε, θα πέσεις. Μην κοιτάς εμένα, εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα – ο εξαίσιος ίλιγγος. Έτσι κάθε απόβραδο έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες. Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμιάν ασπιρίνη άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου ν' ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο πού κάνουν οι σωλήνες του νερού, ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη, ξεχνιέμαι κ' ετοιμάζω δυο - ποιος να τον πιει τον άλλον; - αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας απ' το παράθυρο τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με πάρει με τα μαντίλια μου, τα σταβοπατημένα μου παπούτσια, τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματά μου, χωρίς καθόλου βαλίτσες - τι να τις κάνεις; - Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. «Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Όχι, δε θα ‘ρθω. Καληνύχτα. Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί επιτέλους, πρέπει να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι. Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, - όχι, όχι το φεγγάρι – την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου, την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της την πολιτεία που όλους μας αντέχει στην ράχη της με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας, με τις φιλοδοξίες, την άγνοια μας και τα γερατειά μας,- ν' ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας, να μην ακούω πια τα βήματά σου μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα.

                                                           

Φθινοπωρινό σοννέτο

Τα μάτια σου τα διάφανα σαν κρούσταλλο, μου λένε
"Για σε. παράξενε εραστή, σαν τί να αξίζω τάχα"
Μείνε όμορφη και σώπα! Αυτή η καρδιά που όλα της φταίνε,
εξόν απ'την πρωτόγονη αθωότητα μονάχα,
δε θέλει το σατανικό κρυφτό της να σου μάθει,
λικνίστρα που το χέρι σου σε ύπνους βαθιούς με κράζει,
ούτε το μαύρο θρύλο της που με φωτιάν εγράφη.
Μισώ το πάθος κι η πολλή ξυπνάδα με κουράζει.
Ας αγαπιόσαστε ήσυχα. Ο ερωτας στη σκοπιά του
τεντώνει το μοιραίο του τοξάρι σκοτεινός.
Ξέρω τί βρόχια στην παλιά, φυλάγει αρματωσιά του.
τρέλλα και φρίκη κι έγκλημα!- Χλωμή μου μαργαρίτα,
τάχα δεν είσαι σα κι εμέ ήλιος φθινοπωρινός,
ω εσύ, που τόσο είσαι ψυχρή, λευκή μου Μαργαρίτα.
Μπωντλαίρ (απόδοση Γ.Σημηριώτη)



Προσωπικά...

Προσωπικά δεν έχω αισθήματα για σένα φιλικά
μονάχα βήματα θιγμένα ερωτικά,
που μ' αναγκάζουνε να φεύγω βιαστικά

 
Προσωπικά δε θέλω τίποτα μαζί σου λογικά
μου πάει ο ήχος της φωνής σου τραγικά
και δεν αλλάζω το κορμί σου με την άψογη ζωή σου
τελικά

 
Προσωπικά εγώ τρελαίνομαι,
το παραμύθι σου και να 'μαι και να φαίνομαι

Προσωπικά δεν έχω αίσθηση
αυτό που ζούμε αν είναι αλήθεια ή παραίσθηση
προσωπικά

 
Προσωπικά, τυχαίνει βράδια με τραγούδια λαϊκά
ντυμένη κι άδεια κι αφημένη γενικά
να μεταφράζω τη σκηνή δραματικά

 
Προσωπικά, εμένα ο χρόνος μου γυρίζει κυκλικά
κι αλλάζει ο τόνος μου στο τέλος ειδικά
γι' αυτό να ξέρεις κι επιμένω, κι ας μου το 'χεις ξεγραμμένο
οριστικά





Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2007

Ο ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ο έρωτας,
όνομά ουσιαστικόν,
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.

Ο φόβος,
όνομα ουσιαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός:
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.

Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού,
μόνον ενικού αριθμού
και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

Η νύχτα,
όνομα ουσιαστικόν,
γένους θυληκού,
ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα.





Σκοτάδι στο Φώς με Φώς στο Σκοτάδι

Ήταν κάποτε ένας Πλανήτης πολύ σπουδαίος, γεμάτος χρώματα, γεμάτος πλάσματα σπάνια: άνθρωποι, ζώα, φυτά. Ήταν κάποτε ένας Πλανήτης μοναδικός, με μνημεία πολιτισμού όλων των ανθρώπων που έζησαν πάνω σ’ αυτόν μέσα σ’ όλους τους αιώνες. Ήταν κάποτε ένας πλανήτης με τοπία που έκοβαν την ανάσα σ’ όποιον τα έβλεπε,ένας πλανήτης γεμάτος Ομορφιά.

Όλοι οι άλλοι πλανήτες τον ζήλευαν γιατί δεν είχαν, ούτε ποτέ θα αποκτούσαν όλα εκείνα τα σπάνια και μοναδικά πράγματα, που μόνο εκείνος είχε.Και όσο περνούσε ο χρόνος η ζήλεια τους όλο και μεγάλωνε. Μαζεύτηκαν λοιπόν μιά μέρα όλοι για να ψάξουν να βρούν ένα τρόπο να καταστρέψουν τον Πλανήτη που τόσο πολύ διέφερε και ξεχώριζε απο τους υπόλοιπους.

Μετά από πολύ σκέψη αποφάσισαν οτι ο μόνος τρόπος να καταστρέψουν ολοκληρωτικά τον Πλανήτη ήταν να πείσουν με κάποιο τρόπο τους ανθρώπους που κατοικούσαν σ’ αυτόν και τον κυβερνούσαν να τον καταστρέψουν οι ίδιοι…

Ήταν ένα σατανικό σχέδιο, που όμως είχε πολλές πιθανότητες επιτυχίας,γιατί όπως είχε αποδειχθεί οι άνθρωποι που ζούσαν στον πλανήτη ήταν πολύ ανόητοι,νόμιζαν πως όλη εκείνη η ομορφιά ,που αντίκρυζαν καθημερινά τα μάτια τους,ήταν μόνο δική τους και καθόλου δεν τους ένοιαζε να την προστατέψουν, ώστε και οι επόμενες γενιές που θα ρχονταν μετά απο κείνους να την κληρονομήσουν.

Αφού λοιπόν συμφώνησαν οτι για να πετύχει το σχέδιο τους και να καταστρέψουν τον Πλανήτη, έπρεπε να χτυπήσουν τους ανθρώπους που τον κυβερνούσαν, άρχισαν να βάζουν σε εφαρμογή το σχέδιο τους.Μάζεψαν όλες τις επίλεκτες μονάδες πολέμου τους και έβαλαν ακόμη τους επιστήμονες τους να φτιάξουν μερικά επιπλέον όπλα,προκειμένου να σιγουρέψουν τη νίκη τους.

Στη συνέχεια,συμφώνησαν πως δεν έπρεπε να στείλουν όλο το στρατό τους και τα όπλα τους μονομιάς στον Πλανήτη,γιατί οι άνθρωποι ίσως να καταλάβαιναν τις προθεσεις τους και να αμύνονταν.Έπρεπε να εκτελέσουν το σχέδιο τους με τρόπο μυστικό,ώστε οι άνθρωποι να μην αντιληφθούν πως κάποιος ήθελε να καταστρέψει τον κόσμο τους,μά να το κάνουν αυτοί οι ίδιοι,χωρίς καν να το καταλαβαίνουν.

Το σχέδιο ήταν τέλειο και οι αρχηγοί όλων των πλανητών αποφάσισαν ομόφωνα να το θέσουν σε εφαρμογή άμεσα.Αρχικά έστειλαν στον Πλανήτη εκατοντάδες ειδικά εκπαιδευμένους μυστικούς πράκτορες,τους λερναίους δράκοντες.Αυτοί ήταν τεράστια αόρατα τέρατα,μεγάλα όσο ένα νησί,με δεκάδες κεφάλια ,που μέσα τους υπήρχαν τα «σύννεφα της αδιαφορίας».Οι λερναίοι δράκοντες,μόλις έφτασαν στην γή,έπρεπε να πλησιάσουν τους ανθρώπους,να εντοπίσουν εκείνους που δεν είναι αδιάφοροι για ό,τι συμβαίνει γύρω τους,αλλά αντίθετα αγωνίζονται και προσπαθούν συνεχώς να σώσουν ό,τι καταστρέφεται και συγχρόνως κοπιάζουν να «ξυπνήσουν» τους συναθρώπους τους που αδιαφορούν.

Μόλις οι λερναίοι δράκοντες βρούν τους ανθρώπους αυτούς,αρχίζουν να κόβουν τα κεφάλια τους.Μέσα απο αυτά βγαίνουν δεκάδες σύννεφα αδιαφορίας,που πλημμυρίζουν τον αέρα και τον δηλητηριάζουν και μαζί του δηλητηριάζουν και τους ανθρώπους,που έτσι γίνονται αδιάφοροι και εγωϊστές και δεν νοιάζονται για τίποτα άλλο πέρα απο τον εαυτό τους.

Έτσι λοιπόν και έγινε.Οι λερναίοι δράκοντες κατέβηκαν στον πλανήτη και η αποστολή τους ήταν απόλυτα επιτυχημένη.Όλοι οι άνθρωποι που ένδιαφερονταν και νοιάζονταν για τον Πλανήτη,έγιναν αδιάφοροι και εκείνοι που ήταν ήδη αδιάφοροι έγιναν ακόμη χειρότεροι,αφού όλοι τους δηλητηριάστηκαν από τα σύννεφα της αδιαφορίας.

Οι αρχηγοί των πλανητών αποφάσισαν πως στην συνέχεια έπρεπε να στείλουν ένα ακόμη πιό ισχύρο όπλο,που το είχαν ονομάσει «τα άλογα της αλαζονείας».Τα άλογα της αλαζονείας ήταν κάτι μικροσκοπικά φτερωτά άλογα που έμπαιναν στο μυαλό των ανθρώπων και τους έκαναν να σκέφτονται πως ο πλανήτης τους ήταν ο σπουδαιότερος απ’ όλους τους πλανήτες,οι ίδιοι ήταν τα εξυπνότερα και τα πιό δυνατά όντα απο όλα όσα ζούσαν ή έζησαν πότε,άρα δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να καταστραφούν οι ίδιοι η ο πλανήτης τους!Πώς ήταν δυνατόν άλλωστε να συμβεί κάτι τέτοιο!

Τα άλογα της αλαζονείας έκαναν άριστη δουλειά!Κατέβηκαν στον Πλανήτη με απαράμιλλη τάξη και πειθαρχία,μπήκαν μες στο μυαλό των ανθρώπων και τους έκαναν να σκέφτονται και να ζούν με τέτοια αλαζονεία και ματαιοδοξία,που θα νόμιζε κανείς,αν τους έβλεπε ,πως δεν ήταν πιά άνθρωποι,μα θεοί παντοδύναμοι,που τίποτα δεν φοβούνταν και τίποτα δε λογάριαζαν.

Οι αρχηγοί των πλανητών έτριβαν τα χέρια τους από ικανοποίηση.Το σχέδιο τους πήγαινε κατ’ ευχήν και κανείς από τους ανθρώπους δεν είχε αντιλήφθει τον πόλεμο που είχαν ξεκινήσει εναντίον τους.Έτσι αποφάσισαν να προχωρήσουν στην τελική φάση τους σχεδίου τους και να στείλουν στον Πλανήτη και τα τελευταία τρία και πιό ισχυρά όπλα τους.

Πρώτα έδωσαν τις τελευταίες οδηγίες πολέμου στις «λεγεώνες του μίσους» και αμέσως μετά τις έστειλαν στον Πλανήτη για να βοηθήσουν στο έργο τους τα άλογα της αλαζονείας.Οι λεγεώνες του μίσους,μόλις τα άλογα της αλαζονείας έμπαιναν στο μυαλό των ανθρώπων,

άμέσως έριχναν στους ανθρώπους εκατοντάδες βέλη ποτισμένα με μίσος,έτσι ώστε οι άνθρωποι μαζί με την αλαζονεία να αισθάνονται και ατελείωτο μίσος για κάθετί όμορφο και να θέλουν να το καταστρέψουν,νομίζοντας πως εκείνοι με την εξυπναδα και το μυαλό τους μπορούν να φτιάξουν ένα σπουδαιότερο και πιό όμορφο κόσμο απ’ αυτόν στον οποίο ήδη ζούν.

Έπειτα οι αρχηγοί των πλανητών έδωσαν διαταγή στους επιστήμονες να εκτοξεύσουν εναντίον του Πλανήτη ένα απο τα πιό μυστικά και ισχυρά όπλα τους, «το φάρο με το άσβηστο φώς».Ο φάρος με το άσβηστο φώς μοιάζει με τους φάρους που φτιάχνουν οι άνθρωποι για να βοηθούν τα πλοία να μη χάνουν τη ρότα τους,να βλέπουν τη στεριά και να αποφεύγουν τις ξέρες,μόνο που ο φάρος αυτός εκπέμπει ένα τόσο δυνατό φώς,που κανείς δεν μπορεί να του αντισταθεί.Όποιος το κοιτάξει τυφλώνεται και απομένει ανήμπορος και ανίκανος να καταλάβει τί του συνέβη,ψηλαφίζει τον κόσμο γύρω του νομίζοντας οτι ξέρει τί του έχει συμβεί μά καταβάθως παραμένει χαμένος στην απόλυτη άγνοια.Δεν έχει καμμιά δύναμη να αντιδράσει είτε γιατί όλη του τη δύναμη την απορρόφησε το άσβηστο φώς του φάρου είτε γιατί όση δύναμη είχε την εξάντλησε ο ίδιος με το να φέρεται ανόητα και αλαζονικά.

Τέλος οι αρχηγοί των πλανητών, αποφάσισαν να στείλουν και το τελευταίο όπλο τους για να ναι απόλυτα σίγουροι για τη νίκη τους,για την καταστροφή του Πλανήτη που τόσο πολύ ζήλευαν και μισούσαν .Έφτιαξαν σιδερένιες ράγες ,που είχαν εκατομμύρια χιλιόμετρα μήκος και εκατοντάδες χιλιόμετρα πλάτος,από τον κοντινότερο πλανήτη τους με κατεύθυνση πρός τον Πλανήτη- εχθρό τους.Εκεί πάνω έσυραν το τελευταίο και πιό φονικό τους όπλο, «το δούρειο ίππο του σκοταδιού».Στη συνέχεια μάζεψαν όλοκληρο το στρατό τους και όλοι μαζί άρχισαν να σπρώχνουν το δούρειο ίππο πάνω στις ράγες.Ο δούρειος ίππος άρχισε να κατηφορίζει τις σιδερένιες ράγες ,κάνοντας ένα εκκωφαντικό θόρυβο και επιταχύνοντας ολοένα και περισσότερο.Σπίθες πετάγονταν απ’ το σίδερο και άναβαν μικρές φωτιές,που έμοιαζαν με επιβλητικά

ηλιοβασιλέματα,μα κανείς στον Πλανήτη δεν τα βλεπε,αφού όλοι στέκονταν τυφλοί μέσα στο άσβηστο φώς της άγνοιας τους.

Μετά απο λίγο καιρό ο δούρειος ίππος του σκοταδιού έφτασε πιά στον Πλανήτη και με ορμή έπεσε πάνω στα μισογκρεμισμένα τείχη του.Τότε το άσβηστο φώς του φάρου χάθηκε μονομιάς και τη θέση του πήρε μιά ατέλειωτη και αδυσώπητη νύχτα,που ξέφευγε με ασύλληπτη ταχύτητα απο τά σπλάχνα του δούρειου ίππου.Οι άνθρωποι τότε ξαναβρήκαν πάλι το φώς τους,μά ήταν πιά πολύ αργά,γιατί τώρα ό,τι τους είχε απομείνει να κοιτάζουν ήταν μοναχά ένα απεγνωσμένο σκοτάδι…

(Ζούμε το σκοτάδι,ας μην περιμένουμε απο κανεναν να μας δείξει το Φώς,κανείς δε θα το κάνει.Καθένας απο μας ας γίνει ένας νέος Προμηθέας,που θα κουβαλά με τη ζωή του μιά σπίθα.Για να ξανάβρουμε το Φώς).

ΥΓ. Συγχωρέστε με για την μεγάλη-κουραστική έκταση της ιστορίας.