ΤΟ BLOG ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΤΟ SOUNDTRACK ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ.

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2020

Το Σεξ

Τοτοτε δεν ξέραμε τίποτα
γύγυγυρω γύρω από το sex
Τι ειν΄αυτό ρωτάγαμε και τίποτα
τρία επί δύο κάνουν εξ
Έτσι κι εγώ ρώτησα μια φίλη μου
πιο μπασμένη και προφίλ και ανφάς
Τι είναι το φιφάκι κοριτάκι μου
τι σημαίνει "κάτσε να τον φάς"
Το φιφάκι το φιφάκι μάνα μου
το λιλάκι που λένε και χλιχλί
Ντουρου ντουρου φακι φακι μάνα μου
δύση και δύση και ανατολή

Κατάλαβες;
Κατάλαβα.
Μωρ΄τι κατάλαβες;
Κατάαλαβα......

Ότι το sex είναι μια άλλη ιστορία
Για άγρια θηρία
μια τρελή ταλαιπωρία
Θέλει κότσια αντοχή και φασαρία
Και προετοιμασία
για να γίνει το κακό
Γιατί το sex είναι κάτι που σ’ αρπάζει
που σε νταρακουλιάζει
και σ’ ανεβοκατεβάζει
σε ξετινάζει σε τρομάζει σε ταράζει
σε τριπ σε βάζει
και σε πειρασμό

Και θυμάμαι τη μαμά τη κακομοίρα
που `χε ωριμάσει κι ήταν πλέον ζωντοχήρα
Που μου πέταξε μια μέρα με κακία
«Θα σε φάει η μαλακία

από μέσα απ’ το βρακί»
Και μετά πήγε και έπιασε το Στάθη
Στη Λέλα από τη Ξάνθη τράβα το παιδί να μάθει
Και με κέρασαν καφέ κι απελπισία
Μετα την εκκλησία μια Κυριακή
Γιατί η Λέλα μου ΄πε έλα μωρό μου στη μαμά σου
Σου `χω ετοιμάσει καλέ το μπακλαβά σου
Αλλά εγώ που δεν είχα οιδιπόδειο
Έκανα επεισόδιο και φτού κι απ’ την αρχή

Γιατί το sex είναι μια άλλη ιστορία
Δε θέλει φασαρία
μπλα μπλα και θεωρία
Θέλει ίντριγκα ρυθμό και αβαρία
Να φτάσει η συνουσία
και να δέσει το γλυκό
Κι είναι εκείνο που σε άγει και σε φέρει
Την ώρα που γουστάρεις κάποιος να σου βάλει χέρι
Κι όποιος κάνει, ότι καλά το ξέρει
Δε τα `χει καταφέρει ποτέ στο τελικό

Και θυμάμαι και την Έρη από κάτω
Που κάνε στο γκόμενο φλογέρα και σπαγκάτο
Και του φώναζε «Σκίσε μου το πάτο»
Την έστησα και φτιάχτηκα κι εγώ κανονικά
Και μετά στο σπίτι με το Τάσο
Το συμμαθητή που μου λέγε να του τον πιάσω
Κι εγώ του πα να με πιάσει εκείνος πρώτα
Και άνοιξε η πόρτα και μας έπιασε η μαμά
Όξω

Γιατί το sex είναι μια άλλη ιστορία
Δε θέλει σκευωρία
δεν είναι αγγαρεία
Θέλει κράση και καλή κυκλοφορία
Είναι ακροβασία
δε θέλει ταραχή
Κι είναι εκείνο που φοβάσαι να γνωρίσεις
Να το κουλαντρίσεις
και να τ’ αντιμετωπίσεις
Είναι αυτό που όταν ξέρεις να το ζήσεις
Γίνεται ουσία και σου αλλάζει τη ζωή

Κι άσε που θυμάμαι τη νονά μου τη φοράδα
Που ’ρχοταν κάθε Πάσχα να μου φέρει τη λαμπάδα
Κι είπε το παιδί δε μου γυάλισε για μάγκας
Θα γίνει ντιγκιντάνγκας, θα γίνει ένας ντιντίς
Αλλά εγώ το `χα πια αποφασίσει
Αν πετύχει η μαλακία τύφλα να `χει το γαμήσι
Κι ώσπου να ’ρθει αυτό που θα με συγκλονίσει
Θα ταξιδεύω μόνος μου στο κόσμο της ντροπής

Γιατί το sex είναι μια άλλη ιστορία
Για άγρια θηρία
μια τρελή ταλαιπωρία
Θέλει κότσια αντοχή και φασαρία
Και προετοιμασία
για να γίνει το κακό
Κι είναι εκείνο που σε άγει και σε φέρει
Την ώρα που γουστάρεις κάποιος να σου βάλει χέρι
Κι όποιος κάνει, ότι πολύ καλά το ξέρει
Δε τα `χει καταφέρει ποτέ στο τελικό...


                                                     

Ταυτότητα

Γεννήθηκα χωρίς να με ρωτήσουν
με βάλαν με τη βία να βαφτιστώ
με γράψαν στα χαρτιά προτού μ’ αφήσουν
τη γνώμη μου για μένα να τους πω

μου βάλανε στο χέρι στυλογράφο
και μου `παν "δήλωσέ τα όλα αυτά"
οβάλ το πρόσωπό μου και υπογράφω
μαλλιά και μάτια πάντα καστανά

Μου δώσανε θρησκεία και πατρίδα
το μπόι μου μετρήσαν μ’ αριθμούς
με μάθαν να διαβάζω εφημερίδα
και πάντα να αποφεύγω τους κακούς

θα πρέπει οπωσδήποτε να κάνω
τουλάχιστον και κάνα δυο παιδιά
αλλιώς συνέχεια μέχρι να πεθάνω
θα λένε πως δεν έζησα σωστά

Δε θέλω την ταυτότητα που λέει
"επώνυμο, ηλικία, ηθοποιός"
το πρόβλημα που ίσως να με καίει
κανένας δεν το ξέρει δυστυχώς

μεγάλωσα όπως ήθελαν οι άλλοι
με χίλια μύρια "μη" και "μη" και "μη"
μου γέμισαν ιδέες το κεφάλι
κι ειδήσεις, φόνοι, πόλεμοι, σεισμοί

γι’ αυτό θα πρέπει τώρα να ξοφλήσω
των άλλων τους πικρούς λογαριασμούς
δεν έχω το δικαίωμα να αμαρτήσω
αλλιώς δε θα `μαι ένας απ’ τους σωστούς...

Δεν έπρεπε δικές μου να `χω απόψεις
αρτίστας;τί'ναι αυτό, τι θες να πεις
μου χάριζαν εκτίμηση σε δόσεις
ταπείνωση και βία τοις μετρητοίς

αφήστε με επιτέλους να βαδίσω
το δρόμο μου όπως τον θέλω εγώ
μονάχος να διαλέξω πώς θα ζήσω
χωρίς μπαμπούλα, δίχως αρχηγό

Δε θέλω την ταυτότητα που λέει
"επώνυμο, ηλικία, ηθοποιός"
το πρόβλημα που ίσως να με καίει
κανένας δεν το βλέπει δυστυχώς...

Αφήστε με ανεξάρτητος να νιώθω
με χίλιες δυο πατρίδες στην καρδιά
να βγάλω προς τον ήλιο κάθε πόθο
τραγούδια να σας φτιάξω, αντί παιδιά

ελεύθερος στον κόσμο, όπως θέλω
μακριά απ’ τους κανόνες να σταθώ
το Βούδα να διαλέξω ή τον Οθέλλο,
το Λένιν, το Γκουεβάρα ή το Χριστό

κι όταν θα `ρθεί η δύσκολη η ώρα
να μπούμε όλοι μαζί στη ζυγαριά
θα δούμε ποιος την άντεξε τη μπόρα
και ποιος έπεσε μέσα στη φωτιά

μια αλήθεια δίχως φόβο, αλλά με πάθος
εδώ θέλω να μπω, μπροστά στο φως
καλλίτερα περήφανος και λάθος,
παρά ταπεινωμένος και σωστός

Δε θέλω την ταυτότητα που λέει
"επώνυμο, ηλικία, ηθοποιός"
το πρόβλημα που πάντα θα με καίει
κανένας δεν το νιώθει δυστυχώς
...δυστυχώς


                               

ΜΑΘΗΜΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

 Όλη μου η ζωή διδασκαλία
Όλη μου η ζωή συντακτικό Δίνω ρήμα επίρρημα και ζητώ Το ουσιαστικό Αρχίζει το μάθημα: Συνοπτική ιστορία Ελλάδος Οι Έλληνες είναι λαός Όλο τιμή και δόξα Το ένδοξό τους παρελθόν Κλωσάνε σαν την κλώσα Κι ανέκαθεν πολέμησαν κατά της τυραννίας Τους έμεινε η καρκατσουλιά Και δυο αβγά Τουρκίας Οι Έλληνες είναι λαός Με βίτσια και ψωνάρα Γι’αυτό τους μούντζωσε ο Θεός Τους έριξε κατάρα Κι αφού πολύ δοξάστηκαν Και φτάσαν στην ακμή τους Τους έσπασε ο τσαμπουκάς Και βράζουν στο ζουμί τους Αρχαία ιστορία: Η μάχη των Θερμοπυλών Φωτιά κι ασπίδα Του Λεωνίδα Με τους τριακόσους πού’χαν πιάσει τα στενά Καμένα Βούρλα Κι απάνω τούρλα Πλακώσαν Πέρσες και τσακίσαν τα παιδιά Μ’ ένα ρυθμό Μάμπο Ποιος αντίχριστος Ποιο κάθαρμα τους πρόδωσε παιδιά; Καλέ κυρία Καλέ κυρία Ο Εφιάλτης Μπράβο παιδί μου Κι έτσι μάθαμε τι εστί Χαφιεδισμός και πουτανιά Και κωλογάντζα και ρουσφέτι Και επίσης τα συνώνυμα αυτών Νταβατζιλίκι ρουφιανά και ρεβεράντζα Και σωθήτω όποιος σώζει εαυτόν
Τι παράγει η Ελλάς παιδιά; Χαφιεδισμό και πουτανιά Και κωλογάντζα… Και χαλβά Φαρσάλων τραχανά Νταβατζιλίκι ρουφιανά και ρεβεράντζα Και σταφίδα Κορινθίας και καπνά Εκτακτα Και πάμε παρακάτω: Αλωσις. Η Αλωσις Ποιος ξέρει τώρα να μου πει Ποιαν αποφράδα μέρα Μας πήρε και μας σήκωσε Ο διάολος τον πατέρα Κι οι Δεσποτάδες νταχτιρντί Και γύρω γύρω όλοι Μπουκάραν οι Οθωμανοί Και πήρανε την Πόλη Πότε συνέβη αυτό παιδιά; Κυρία… Κυρία… Το 1453 Μπράβο αγόρι μου Και πάμε παρακάτω: Ο χορός του Ζαλόγγου Η Δέσπω η Τζαβέλαινα μια καθαρή Δευτέρα Εσύναξε τις γκόμενες και σήκωσε παντιέρα Τις πήγε κατά Ζάλογγο κι αυτές μερακλωθήκαν Και ρίξαν κι ένα ποτ πουρί και κατακρημνισθήκαν Μ’ έναν ρυθμό – μάμπο Και πάμε παρακάτω: Ο Αθανάσιος Διάκος Θανάσης Διάκος έψηνε στη Λιβαδειά σουβλάκια Κι ο Ομέρ Βρυώνης πέρναγε και ήθελε ουζάκια Δε σε σερβίρω άπιστε – σουβλάκι δε σου φτιάχνω Κι ο Ομέρ Βρυώνης έκραξε «σουβλάκι θα σε κάνω» Και το’πε και το’κανε – μ’ ένα ρυθμό μάμπο Γιατί ήρθαν κι άλλοι Γάλλοι, Άγγλοι, Ρώσοι Μισθοφόροι σταυροφόροι Αμερικάνοι Γερμανοί Κι έτσι τραβήξαμε Ετούτο εδώ το ζόρι Κι έγινε γυαλιά καρφιά το μαγαζί Κι άντε πάλι Η Ελλάς η προ αιώνων Μια φωνή των μεγαφώνων Μια τρελή Μέσα στην ίντριγκα φωνάζει και σπαράζει Τι το ήθελα καλέ το μπικουτί; Και η ζωή μας μια επέτειος φριχτή Τα φώτα κάηκαν Και τέλειωσε η γιορτή Χαμένοι ήρωες φαντάσματα του χτες Μάθε να ζεις Και μες στο τώρα μπες
Όλη μου η ζωή διδασκαλία Όλη μου η ζωή συντακτικό Δίνω ρήμα επίρρημα και ζητώ Το ουσιαστικό.....


Σάββατο 6 Ιουνίου 2020

Απαγορευμένο...

Παράξενο αυτο
να σαι το άλλο μισό
το μεγάλο μου μυστικό.
Σβήσ'το φως και έλα πιες
ανασφάλειες και ενοχές
σβήστα όλα μα εσύ να καις

Ξέρω η ώρα είναι να φύγεις
Το ξέρω, ώρα είναι να φύγεις

Λατρεμένο το λες
Αγκαλιά μου... μέσα στα φιλιά μου κλαις
Δεν σ' αφήνω, δε σε δίνω πια
και δεν είναι η αγάπη έγκλημα, έγκλημα

Συνωμότησα εγώ
σε παιχνίδι για δυο
στον παράλογο πειρασμό
Πριν ντυθείς να σου πω
πως το ρούχο σου είμαι εγώ
Να με νιώθεις, εγώ είμαι εδώ

Ξέρω η ώρα είναι να φύγεις
Το ξέρω, ώρα είναι να φύγεις

Λατρεμένο το απαγορευμένο λες
Αγκαλιά μου... μέσα στα φιλιά μου κλαις
Δεν σ' αφήνω, δε σε δίνω πια
και δεν είναι η αγάπη έγκλημα, έγκλημα

Πριν ντυθείς να σου πω
πως το ρούχο σου είμαι εγώ
Να με νιώθεις, εγώ είμαι εδώ

                              

Το ζητιανάκι


Είχα πάρει κάτι να τσιμπήσουμε στο σπίτι
κι είδα στα φανάρια ένα δεκάχρονο αλήτη.
Είχε κάτι μάτια μαύρα μαύρα, μαύρο νέφος.
Κάπως έτσι θά 'τανε μπορεί το θείο βρέφος.
Τού 'δωσα τα δυο ευρώ, ενός δεσμού τα ρέστα.
"Χρόνια σου πολλά, μεγάλε" μού 'πε "κι άιντε πες τα
όσα σου απόμειναν τραγούδια της αγάπης".
Έφτυσ' ο πολιτισμός και βγήκανε οι γιάπις.
Έγλυφε τα τζάμια το μελαχρινό αγοράκι.
Δυο ευρώ η αγάπη σου κι εγώ το ζητιανάκι.
Στα καλά καθούμενα τουρμπώνω τα ηχεία,
πλάνταξαν τα σπλάχνα μου μ' αυτήν την αλητεία.
Σ' είχα κάτι νεύρα απ' την Τρίτη που μου είπες
"Μοιάζουν οι αγάπες μες στα χρόνια σαν τις λύπες.
Χαμπαριάζουν τη χαρά με τα καθημερνά τους,
Κυριακή κι απόβραδο φοράνε τα καλά τους".
Αχ! Κόσμε φυλακή! Αχ! Μαύρη Κυριακή!
Αχ! Κόσμε φυλακή! Αχ! Μαύρη Κυριακή!
Παίζαν όξω τα μωρά, θρηνούσανε αντάμα.
Στη σακούλα πάγωνε σαν φαγητό ένα πράμα.
Θύμωσα που έμεινα και πια δεν είχα λύση.
Λίγο αν μ' αγάπαγες το δρόμο θα 'χα κλείσει.
Πιο πολύ μ' αγάπαγε αυτό το ζητιανάκι
πού 'γλυφε παρμπρίζ απ' το πρωί στην Κατεχάκη.
Πέταξα το γεύμα στο σκυλί κι είχα φορτώσει.
Πιο πολύ μ' αγάπαγε κι εσύ μού 'χεις τελειώσει.
Λύθηκε ο κόμπος στο λαιμό στο παρά τρία.
Σκούζαν τα ραδιόφωνα για την οικονομία
κι έριξα Χριστέ και Παναγιά μου ένα κλάμα
που μιαν ανθρωπότητα φορτώθηκε ο Ομπάμα.
Αχ! Κόσμε φυλακή! Αχ! Μαύρη Κυριακή!
Αχ! Κόσμε φυλακή! Αχ! Μαύρη Κυριακή!
Σ' είχα κάτι νεύρα απ' την Τρίτη που μου είπες
"Μοιάζουν οι αγάπες μες στα χρόνια σαν τις λύπες.
Χαμπαριάζουν τη χαρά με τα καθημερνά τους,
Κυριακή κι απόβραδο φοράνε τα καλά τους".
Πιο πολύ μ' αγάπαγε αυτό το ζητιανάκι
πού 'γλυφε παρμπρίζ απ' το πρωί στην Κατεχάκη.
Πέταξα το γεύμα στο σκυλί κι είχα φορτώσει.
Πιο πολύ μ' αγάπαγε κι εσύ μού 'χεις τελειώσει.
Αχ! Κόσμε φυλακή! Αχ! Μαύρη Κυριακή!
Αχ! Κόσμε φυλακή! Αχ! Μαύρη Κυριακή!