ΤΟ BLOG ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΤΟ SOUNDTRACK ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ.

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2007

Σώπα, μη μιλάς!

Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή, κόψ' τη φωνή σου, σώπασε επιτέλους κι αν ο λόγος είναι αργυρός, η σιωπή ειναι χρυσός. Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί, έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα, μου λέγαν: «σώπα!». Στο σχολείο μου κρύψανε την αλήθεια τη μισή, μου λέγανε: «εσένα τι σε νοιάζει; Σώπα!» Με φίλησε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε: «Κοίτα μην πεις τίποτα, σσσ...σώπα!» Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε. Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσί μου χρόνια. Ο λόγος του μεγάλου, η σιωπή του μικρού. Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο, «Τι σε νοιάζει εσένα;», μου λέγανε, «θα βρεις το μπελά σου, σώπα!». Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι «Μη χώνεις τη μύτη σου παντού, κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα!» Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά, και τα 'μαθα να σωπαίνουν, η γυναίκα μου ήταν τίμια κι εργατική και ήξερε να σωπαίνει. Είχε μάνα συνετή, που της έλεγε: «Σώπα». Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες, με συμβουλεύανε: «Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα!» Μπορεί να μην είχαμε με δαύτους γνωριμία ζηλευτή, με τους γείτονες, μας ένωνε όμως, το «Σώπα!». «Σώπα!» ο ένας, «σώπα!» ο άλλος, «σώπα!» οι επάνω, «σώπα!» οι κάτω, «σώπα!» όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο. «Σώπα!» οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι. Κατάπιαμε τη γλώσσα μας... Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε. Φτιάξαμε το σύλλογο του «Σώπα!». Και μαζευτήκαμε πολλοί, μια πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη, αλλά μουγκή! Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα, τα πάντα κι όλα πολύ εύκολα, μόνο με το «Σώπα!». Μεγάλη τέχνη αυτό το «Σώπα»! Μάθε το στη γυναίκα σου, στο παιδί σου, στην πεθερά σου κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σου και κάν' την να σωπάσει. Κόψ'την σύρριζα. Πέτα την στα σκυλιά. Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά. Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες, τύψεις κι αμφιβολίες. Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις απ' το βραχνά να μιλάς, χωρίς να μιλάς να λες «έχετε δίκιο, είμαι σαν κι εσάς» Αχ! Πόσο θα 'θελα να μιλήσω ο κερατάς! Και δεν θα μιλάς, θα γίνεις φαφλατάς, θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς. Κόψε τη γλώσσα σου, κόψ' την αμέσως. Δεν έχεις περιθώρια. Γίνε μουγκός. Αφού δε θα μιλήσεις, καλύτερα να το τολμήσεις. Κόψε τη γλώσσά σου. Για να είσαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου ανάμεσα σε λυγμούς και παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσά μου, γιατί νομίζω πως θα 'ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο, με έναν ψίθυρο, με ένα τραύλισμα, με μια κραυγή που θα μου λέει: ΜΙΛΑ!!!!! (Αζίζ Νεσίν)






Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2007

Ο κόσμος σου να είμαι εγώ ...

Πάλι μεγάλα λόγια κι υπερβολές
πάλι μεγάλα λόγια μου ξαναλές.

Όποιος χωρίς δαιμόνους δαιμονίζεται
πάει μια δεξιά, μια αριστερά,
ποτέ δεν πάει μπροστά.

Λόγια γνωστά και ίδια λόγια αδειανά
ατέλειωτα ταξίδια στο πουθενά.

Όποιος χωρίς ανέμους ανεμίζεται
πάει μια ψηλά, μια χαμηλά,
ποτέ δεν πάει σωστά.

Αν μ’ αγαπάς κι αν θες να σ’ αγαπώ
σταμάτα να σκορπάς το άνθος σου και τον καρπό.

Μαζί μου θέλω σεμνά να περπατάς
αλλού να μην κοιτάς
ο κόσμος σου να είμαι εγώ.

Πάλι μεγάλα λόγια κι υπερβολές
πάλι μεγάλα λόγια μην ξαναλές.

Όποιος χωρίς φεγγάρια φεγγαριάζεται
πάει μια κρυφά, μια φανερά
ποτέ δεν πάει στρωτά.

Αν μ’ αγαπάς κι αν θες να σ’ αγαπώ
σταμάτα να σκορπάς το άνθος σου και τον καρπό.

Μαζί μου θέλω σεμνά να περπατάς
αλλού να μην κοιτάς
ο κόσμος σου να είμαι εγώ.



Πού το πήγαν το παιδί...

Πού το πήγαν το παιδί
χελιδόνι σε κλουβί.
Πού το πήγαν το παιδί
και κανείς δεν το ’χε δει.

Πού το πήγαν με φεγγάρι
το παιδί το παλικάρι.
Πού το πήγαν τί του λέγαν
και τ’ αδέρφια του το κλαίγαν

Ίλεως! Ίλεως! Έλεος! Έλεος!

Το κοιτάζαν καθ’ αυγή
και τα μάτια τους πληγή.
Το κοιτάζαν καθ’ αυγή
και τα λόγια τους κραυγή.

Το κοιτάζαν το κοιτάζαν
και τα μαύρα δεν τα βγάζαν.
Κι ένας έστεκε παρέκει
και κρατούσε αστροπελέκι.



Τύψεις...

Όσο περνούν οι μέρες και μακραίνει
η ηλικία της σεμνότητας, αισθάνομαι
τις ανεπαίσθητες ραγισματιές εντός μου
από νύχτα σε νύχτα να πληθαίνουν:
δρόμοι που πήρα με χαμηλωμένα μάτια,
φώτα που πέσαν πάνω μου ανελέητα,
λόγια πιο πρόστυχα κι απ’ τις χειρονομίες-
μα πιο πολύ, η όψη της μητέρας μου,
όταν γυρνώ αργά το βράδυ και τη βρίσκω
μ’ ένα βιβλίο στο χέρι να προσμένει
βουβή, ξαγρυπνισμένη και χλωμή.

Τύψεις, του Ντίνου Χριστιανόπουλου
Από την ποιητική συλλογή «Ξένα γόνατα», (1954)





Κι αν τα μάτια σου...

Κι αν τα μάτια σου δεν κλαίνε
έχουν τρόπο και μου λένε
για τον πόνο που πονούν.
Μ' ένα βλέμμα λυπημένο
πρωινό συννεφιασμένο
για την άνοιξη ρωτούν.
Με κοιτάζουν μου μιλούν και απορούνε
αχ τα μάτια σου,
για τα όνειρα που κάναμε ρωτούνε
αχ τα μάτια σου.
Μάτια παραπονεμένα
μάτια που 'σαστε για μένα
θάλασσες υπομονής,
με κλωστούλες ασημένιες
πλέκω τις κρυφές σας έννοιες
σε τραγούδι της ζωής.




Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2007

"...για τον πόνο..."


Και μια γυναίκα ζήτησε. Για τον πόνο μίλησέ μας.

Κι εκείνος αποκρίθηκε. Ο πόνος σας σπάζει το κέλυφος που περιβάλλει την κατανόησή σας. Όπως πρέπει να σπάσει το κουκούτσι του καρπού, ώστε να δει ο πυρήνας του το φως του ήλιου, έτσι οφείλετε να μάθετε τον πόνο. Κι αν το μπορούσατε στην καρδιά σας το θαυμασμό για της ζωής σας τα καθημερινά τα θαύματα να κρατούσατε, δε θα φαινόταν λιγότερος θαυμαστός απ' τη χαρά ο πόνος ; Και δε θα δεχόσαστε τους ρυθμούς της αλλαγής μες στην καρδιά σας, έτσι όπως δεχόσαστε τις αλλαγές του χρόνου στα χωράφια σας. Και θα παρατηρούσατε τη γαλήνη μέσα απ' τους χειμώνες της θλίψης σας.

Μεγάλο μέρος απ' τον πόνο σας είναι δική σας εκλογή.

Είναι ένα φάρμακο πικρό που ο μέσα σας γιατρός δίνει, τον άρρωστο εαυτό να θεραπεύσει. Εμπιστευτείτε το θεραπευτή, το φάρμακο του πιείτε σιωπηλά και ήρεμα. Γιατί το χέρι του, σκληρό κι αβάσταχτο αν είναι, έχει οδηγό το τρυφερό χέρι του Αόρατου. Κι η κούπα που προσφέρει, παρόλο που τα χείλη καιει, φτιαγμένη είναι από εκείνον τον πηλό που ο Αγγειοπλάστης ύγρανε με τα δικά Του ιερά δάκρυα .

Tο σπάνιο δώρο...

Kαινούργιες θεωρίες.
Tα μωρά δεν πρέπει να τ' αφήνετε να κλαίνε.
Aμέσως να τα παίρνετε αγκαλιά. Aλλιώς
υπόκειται σε πρόωρη ανάπτυξη
το αίσθημα εγκατάλειψης ενηλικιώνεται
αφύσικα το παιδικό τους τραύμα
βγάζει δόντια μαλλιά νύχια γαμψά μαχαίρια.

Για τους μεγάλους, ούτως ειπείν τους γέροντες
–ό,τι δεν είναι άνοιξη είναι γερόντιο πια–
ισχύουν πάντα οι παμπάλαιες απόψεις.
Ποτέ αγκαλιά. Aφήστε τους να σκάσουνε στο κλάμα
μέχρι να τους κοπεί η ανάσα
δυναμώνουν έτσι τα αποσιωπητικά τους.
Aς κλαίνε οι μεγάλοι. Δεν έχει αγκαλιά.
Γεμίστε μοναχά το μπιμπερό τους
με άγλυκην υπόσχεση –δεν κάνει να παχαίνουν
οι στερήσεις– πως θά 'ρθει μία και καλή
να τους επικοιμήσει λιπόσαρκα
η αγκαλιά της μάνας τους.
Bάλτε κοντά τους το μηχάνημα εκείνο
που καταγράφει τους θορύβους του μωρού
ώστε ν' ακούτε από μακριά
αν είναι ρυθμικά μοναχική η αναπνοή τους.
Ποτέ μη γελαστείτε να τους πάρετε αγκαλιά.
Tυλίγονται άγρια
γύρω απ' τον σπάνιο λαιμό αυτού του δώρου,
θα σας πνίξουν.

Tίποτα. Όταν σας ζητάνε αγκαλιά
μολών λαβέ μωρό μου, μολών λαβέ να απαντάτε.

«τι είναι το ποίημα;»

Όταν ρώτησαν την Κική Δημουλά τι είναι ποίηση είπε : ρωτήστε τη σοφή την άγνοια. «Είναι από τα πιο επηρμένα μυστήρια, τα πιο αχανή, και μόνο ικανοποίηση στις παρομοιώσεις δίνεις αν πεις ότι η ποίηση είναι ένα μείγμα εύγεστων δηλητηρίων σε χρυσά δελεαστικά ποτήρια, ή ότι είναι ο πειρασμός, ο δαίμονας που μπαίνει ξαφνικά στο σώμα του κανονικού, προκαλώντας ένα σεληνιασμό γόνιμο, ή ακόμα ότι είναι ένα είδος ευθανασίας των πραγμάτων που υποφέρουν μέσα μας, είτε ως ανικανοποίητα είτε ως προδομένα. Ευκολότερα θα μπορούσε να ορίσει κανείς το ποίημα, μια και αυτό έχει υποκύψει στη σύμβαση να πάρει μια μορφή, ένα σχήμα, που είναι η φυλακή και η απελευθέρωση ταυτόχρονα κάποιου μηνύματος. Ένα ποίημα λοιπόν είναι η διπλή ζωή των λέξεων, ο κρυμμένος ερωτισμός τους και η λαγνεία τους για παρθένα οράματα. Είναι ο τυχοδιώκτης των λέξεων, η πλεονεξία τους: κάθε τόσο εγκαταλείπουν τη μετριότητα της χρήσης τους και ακολουθώντας δυσανάγνωστους χάρτες, που χάραξε ανώνυμη ανησυχία, ψάχνουν, σκάβουν να βρουν φλέβες χρυσού λυτρωτικού ρόλου. Κι αλλιώς ο ίδιος ορισμός : βαδίζεις σε μιαν έρημο. Ακούς ένα πουλί που κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δένδρο. Α Υ Τ Ο Ε Ι Ν Α Ι Τ Ο Π Ο Ι Η Μ Α».

(ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, σε μια συνέντευξη)

Δεν είσαι εδώ...

Μες στο φως
έφευγες μες στο φως
γινόσουν χωρισμός
έμενα πίσω εγώ
Σ' όνειρο είχα δει
φινάλε και αρχή
κι έτρεμε το φιλί
στα δύο μην κοπεί
Έφυγες τη στιγμή
που σου 'χα αφεθεί
που είχα αφεθεί...

Δεν είσαι εδώ
Δεν υπάρχεις πια μες στη ζωή μου
Δεν είσαι εδώ
Τώρα η νύχτα μετράει την αντοχή μου
Δεν είσαι εδώ, δεν είσαι εδώ...

Μες στο φως
έφυγες μες στο φως
έγινες χωρισμός
έμεινα πίσω εγώ
Σ' όνειρο είχα δει
φινάλε και αρχή
κι έτρεμε η φωνή
μη σπάσει και φανεί
Έφυγες τη στιγμή
που σου 'χα αφεθεί
που είχα αφεθεί...

Δικαίωμα...

Και δικαίωμα
δεν έχω πια να σ’ αγαπώ
το στερέωμα της λογικής μου
θαν’ αυτό.

Να σ’ αγκαλιάζω μια φορά
ούτε με φτάνει κι ούτε μ’ αφορά
κάποτε θέλαμε κι οι δυο
Μα τώρα πια
σε θέλω για τον εαυτό μου.

Και δικαίωμα δεν έχω πια να σ’ αγαπώ.

Και δικαίωμα
δεν έχεις πια να με κρατάς
στο μεσαίωνα της λογικής σου
να με πας...




Δυό μέρες μόνο...

Δυο μέρες μόνο
Να σε κρατάω αγκαλιά
Δυο μέρες μόνο
Να σ’ έχω δίπλα μου ξανά
Για λίγο μόνο.

Δυο μέρες μόνο
Σ’ ένα ταξίδι αστραπή
Να ξεδιπλώνω
Να παίρνει ανάσα η ζωή
Για λίγο μόνο.

Για τόσο μόνο
Φως να γεμίζουν οι στιγμές
Να λάμπουν μες στο χρόνο
Όλο το σώμα μου να ζει
Για σένα μόνο
Δυο μέρες μόνο.

Δυο μέρες μόνο
Να συνηθίζει το κορμί
Και εγώ να λιώνω
Έπειτα μόνο τη φωνή σου
Ν’ ανταμώνω.

Δυο μέρες μόνο
Όσο μια βόλτα διαρκεί
Για τόσο μόνο
Όλη η ζωή μου
Αυτή η στιγμή
Δυο μέρες μόνο.



Στα κίτρινα φώτα ...

Όλο τ απόγευμα δεν είπα τίποτα
κρύβω τα λόγια μου μ ένα τσιγάρο
έξω τα χρώματα σβήνουν και χάνονται
κλείνω τα μάτια μου ανάσα να πάρω

Πώς βραδιάζει νωρίς
όλα εδώ σαν φινάλε γιορτής
το μπαλκόνι στενό, κάτω η πόλη μυρίζει
μοναξιά και καπνό

Και μένω, κάτω απ τα κίτρινα φώτα
στην πόλη που χώραγε πρώτα
τη φωνή σου να λέει "σ αγαπώ"
Σ έχω χάσει, μέσα στα κίτρινα φώτα
στην πόλη που χώραγε πρώτα
τη φωνή σου να λέει "σ αγαπώ"
να λέει "σ αγαπώ"

Όλο τ απόγευμα σ ένα παράθυρο
και κάτω αδιάφορα ο κόσμος περνάει
κάποιο ραδιόφωνο, μόλις που ακούγεται
δίχως φτερά η ζωή μου πού πάει

Πώς βραδιάζει νωρίς
όλα εδώ σαν φινάλε γιορτής
το μπαλκόνι στενό, κάτω η πόλη μυρίζει
μοναξιά και καπνό

Και μένω, κάτω απ τα κίτρινα φώτα
στην πόλη που χώραγε πρώτα
τη φωνή σου να λέει "σ αγαπώ"
Σ έχω χάσει, μέσα στα κίτρινα φώτα
στην πόλη που χώραγε πρώτα
τη φωνή σου να λέει "σ αγαπώ"
να λέει "σ αγαπώ"...




Μοίρες ...

Την ώρα που γεννιόμουνα σχολάγανε οι μοίρες
μονάχη μου καθόμουνα κι απ' τη ζωή κρατιόμουνα
κρατιόμουνα σ' ένα καφάσι μπίρες
μονάχη μου καθόμουνα κι απ' τη ζωή κρατιόμουνα
κι ονειρευόμουνα σ' ένα καφάσι μπίρες

Τα λόγια σου τα ψεύτικα φαρμάκι κι αγωνία
μονάχη μου παντρεύτηκα σε βρήκα σ' ερωτεύτηκα
παιδεύτηκα σ' αυτή την κοινωνία
μονάχη μου παντρεύτηκα σε βρήκα σ' εμπιστεύτηκα
και ρεζιλεύτηκα στην παλιοκοινωνία

Φωτιά κι ανάσταση καρδιά πονάς και σπάσ' τα εσύ
τα χρόνια που 'φτασα να ζω
φωτιά και δύναμη καρδιά τρελή κι αδύναμη
στον κόσμο που 'ρθαμε χορτάσαμε γκρεμό

Την ώρα που περπάτησα μου φέραν και τα δώρα
μια νύχτα μόνο κράτησα κι απάνω της ξεστράτισα
ξεστράτισα και μου 'λεγαν προχώρα
μια νύχτα μόνο κράτησα κι απάνω της γονάτισα
και παραστράτησα στην πρώτη κατηφόρα

Φωτιά κι ανάσταση καρδιά πονάς και σπάσ' τα εσύ
τα χρόνια που 'φτασα να ζω
φωτιά και δύναμη καρδιά τρελή κι αδύναμη
στον κόσμο που 'ρθαμε χορτάσαμε γκρεμό




Με το ίδιο μακό...

Με το ίδιο μακό
και με κέφι κακό
φύγαν μέρες
Το φεγγάρι απ' τη μια
και του κόσμου η ζημιά
βάλαν βέρες
Τι θα κάνεις εσύ
είναι εννιά και μισή
τον καπνό μου φυσάω
Και προτού να λουστώ
σταυρουδάκι Χριστό
μες στα δόντια κρατάω
Κι όλο εσένα θέλω μόνο
για κανέναν δε σηκώνω
τώρα πια το ακουστικό
Μόνο εσένα και είμαι εντάξει
το ταβάνι έχει πετάξει
δυο φωτιές στον ουρανό
Σε χρειάζομαι και
το καινούργιο παρκέ
με το πόδι πληγώνω
Σου φυλάω μουσικές
στο ταξίδι να καις
μες στο χρόνο
Τι θα κάνεις λοιπόν
το κομμένο Depon
κυνηγάω στο σεντόνι
Και προτού να το πιω
σαν δεσμός με σκορπιό
λογαριάζονται οι πόνοι...





Τα καντήλια ...

Μ’ ένα εικοσιδύο μπλε
τρυπάω του χρόνου το φιλέ
τρυπάω τα δίχτυα
καπνούς ανάσες και φιλιά
τη νύχτα παίρνω αγκαλιά
κερνάω ξενύχτια

Κι αφού δεν έχω κουραστεί
να σε κοιτάω
στην κουπαστή εικοσιδύο
μωρά κι οι δυο μας στα νερά
περάσαν κύματα αλμυρά
σαράντα δύο

Όσο καίνε ακόμα τα καντήλια μας
λάβα το φιλί θα καίει τα χείλια μας
σώματα θ’ ανάβουμε στα στρώματα
και στα παπλώματα
όλοι αραχτοί
Όσο αντέχει ακόμα το σαρκίο μας
κι όσο υπάρχει κάτι στο ψυγείο μας
Έρωτα ζωής εμείς θα ζήσουμε
κι όταν θα σβήσουμε
θα μεταλλαχτεί.

Με μιαν αγάπη ανακωχή
μ’ ένα καινούριο ΙΧ
θα τριγυρνάμε
περνάμε πάντα στην πενιά
να μας ακούει η γειτονιά που τραγουδάμε

Κι αφού δεν έχω κουραστεί
μαζί σου να `χω μοιραστεί
είκοσι χρόνια
μ’ ένα τραγούδι σαν κι αυτό βάλε στο αίσθημα ρευστό
γι’ αγάπη αιώνια.

Όσο καίνε ακόμα τα καντήλια μας
λάβα το φιλί θα καίει τα χείλια μας
σώματα θ’ ανάβουμε στα στρώματα
και στα παπλώματα
όλοι αραχτοί
Όσο αντέχει ακόμα το σαρκίο μας
κι όσο υπάρχει κάτι στο ψυγείο μας
Έρωτα ζωής εμείς θα ζήσουμε
κι όταν θα σβήσουμε
θα μεταλλαχτεί.



Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2007

Σ' όποιον αρέσουμε...

Ό,τι μπορώ για σένα κάνω αυτό τον καιρό
και παριστάνω με λάθη σωρό κάτι γερό
να κρατηθείς.
Ό,τι μπορείς για μένα κάνε κι εσύ να χαρείς,
τα χρόνια πάνε κι ας μείνουμ' εμείς
λόγω καρδιάς, λόγω τιμής.

Σ' όποιον αρέσουμε
για τους άλλους δεν θα μπορέσουμε,
πώς να χωρέσουμε τόσοι άνθρωποι στο κενό;
Σ' όποιον αρέσουμε
για τους άλλους δεν θα μπορέσουμε,
πώς να συνδέσουμε περιθώρια κι ουρανό;

Ό,τι μπορώ για σένα κάνω λες κι είμαι φτερό,
σ' αεροπλάνο στον κόσμο γυρνώ κι ό,τι περνώ
μην το σκεφτείς.
Ό,τι μπορείς για μένα κάνε, βραδιάζει νωρίς
κι αλλού κοιτάνε τα μάτια θαρρείς
λόγω σκιάς, λόγω πληγής.



Να με θυμάσαι και να μ' αγαπάς...

Στα μάτια παίζει τ' άστρο της αυγής
ο ήλιος πλένει τ' όνειρο της γης
πλατύ ποτάμι η αγάπη και βαθύ
κουράστηκε και πάει να κοιμηθεί
Για ποιο ταξίδι κίνησες να πας
να με θυμάσαι και να μ' αγαπάς
σου κλέβει η ανατολή μικρό φιλί
Στα χείλη καίει πικρό μικρό φιλί
ποιο μακρινό ταξίδι σε καλεί
θα φύγεις ξένε, άσπρα τα πανιά
παραμονεύει η λησμονιά
Για ποιο ταξίδι κίνησες να πας
να με θυμάσαι και να μ' αγαπάς
σου κλέβει η ανατολή μικρό φιλί



Ένας ευαίσθητος ληστής...

Αν με πηγαίναν αύριο στην κρεμάλα
μανούλα μου μανούλα δόλια μάνα
ξέρω ποιανού το δάκρυ στάλα στάλα
θ'πεφτε από τα μάτια τα μεγάλα
μανούλα μου μανούλα δόλια μάνα

Μια και με γράψανε φονιά
πήρα τον κόσμο παγανιά
και την ζωή σεργιάνι
κακό να κάνω στους κακούς
που εσύ μονάχα τους ακούς
μα ο νους σου δεν τους πιάνει

Στην ερημιά που 'χα βρεθεί
με το 'να χέρι στο σπαθί
και τ' άλλο στο βαγγέλιο
ήρθαν μανάδες κι ορφανά
κι είπα το δάκρυ που πονά
να τους το κάνω γέλιο

Μα τώρα που 'φτασε η στιγμή
να κλείσουν οι λογαριασμοί
ποιος τάχα θα μπορέσει
να δει πως είχα μια καρδιά
σαν της αγάπης τα παιδιά
και να με συγχωρέσει;

Μαμά γερνάω...

Τα ρούχα που δεν έμαθα να πλένω
τα βάζω στη σακούλα και στα φέρνω
Ρωτάς για την καριέρα μου τη νύχτα και τη μέρα μου
κι εγώ να σου μιλάω καταφέρνω

Και σκέφτομαι που πίνω κόκα κόλα
για να ναι πάντα ίδια αλλάζουν όλα
κι ανοίγω το ψυγείο σου το έλα και τ αντίο σου
ζητούσα στη ζωή μου, πάνω απ όλα

Μαμά, πεινάω, μαμά, φοβάμαι, μαμά, γερνάω
και τρέμω να μαι αυτό που χρόνια ανησυχείς
ωραία, νέα κι ατυχής

Τα χρόνια που μεγάλωνες για μένα
να ξέρεις πως σου τα χω φυλαγμένα
και τέλειωσα με άριστα, αλλά δεν έχω ευχάριστα
μαμά, όλα στον κόσμο είναι γραμμένα

Τριάντα καλοκαίρια και χειμώνες
τις άγριες σου φέρνω ανεμώνες
και κοίτα ένα μυστήριο του κόσμου το κριτήριο
πως μοιάζουμε μου λέει σα δυο σταγόνες

Μαμά, πεινάω, μαμά, φοβάμαι, μαμά, γερνάω
και τρέμω να μαι αυτό που χρόνια ανησυχείς
ωραία, νέα κι ατυχής




Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2007

Ένας ευαίσθητος ληστής...

Αν με πηγαίναν αύριο στην κρεμάλα
μανούλα μου μανούλα δόλια μάνα
ξέρω ποιανού το δάκρυ στάλα στάλα
θα `πεφτε από τα μάτια τα μεγάλα
μανούλα μου μανούλα δόλια μάνα

Μια και με γράψανε φονιά
πήρα τον κόσμο παγανιά
και την ζωή σεργιάνι
κακό να κάνω στους κακούς
που εσύ μονάχα τους ακούς
μα ο νους σου δεν τους πιάνει

Στην ερημιά που `χα βρεθεί
με το `να χέρι στο σπαθί
και τ’ άλλο στο βαγγέλιο
ήρθαν μανάδες κι ορφανά
κι είπα το δάκρυ που πονά
να τους το κάνω γέλιο

Μα τώρα που `φτασε η στιγμή
να κλείσουν οι λογαριασμοί
ποιος τάχα θα μπορέσει
να δει πως είχα μια καρδιά
σαν της αγάπης τα παιδιά
και να με συγχωρέσει;




Δάκρυα του Φθινοπώρου...

Φθινοπώριασε κι άκουσα
το στερνό σου τ' αντίο 
φθινοπώριασε κι έκλεισα
το πικρό σου βιβλίο 

Σε τραγούδησα
σα μιαν απέραντη αμμουδιά
σα μια ροδιά
χωρίς κλαδιά.
Σε τραγούδησα
σα μια μεγάλη ακρογιαλιά
σα μια φωλιά
χωρίς πουλιά.

Φθινόπώριασε κι έσβησε
το ξανθό σου το αστέρι 
φθινοπώριασε κι έγινε 
βορινό πια τ' αγέρι.



Άρτεμις...

Δε θα σε βάλω εγώ ποτέ να μαγειρέψεις
θα 'μαι κοντά σου μοναχά σαν με γυρέψεις
Μετά θα φεύγω πάλι να μ' επιθυμείς
Δε θα κρατήσω μαύρη τσάντα στο γραφείο
ένα φτερό γυπαετού θα έχω λοφίο
στη λεγεώνα της πιο ένδοξης τιμής

Άρτεμις θεά των κοριτσιών
φόβιζε με μ' ασημένιο τόξο
απ' τις ψευτονίκες των ανδρών
και από τη θλίψη που 'χουν να 'μαι απ έξω

Δε σ' έχω δίπλα για να έχω να ζηλεύω
Πέτα τα πέπλα σου στα δάση που χορεύω
να σε λατρέψω όλη νύχτα σαν φρουρός
Με τις δερμάτινες τις βρώμικες μου μπότες
έσπασα μέσα μου και είδωλα και πόρτες
να σ' αγκαλιάσω σαν το χώμα καθαρός

Άρτεμις θεά των κοριτσιών...



une belle histoire...

C'est un beau roman, c'est une belle histoire
C'est une romance d'aujourd'hui
Il rentrait chez lui, là-haut vers le brouillard
Elle descendait dans le Midi, le Midi
Ils se sont trouvés au bord du chemin
Sur l'autoroute des vacances
C'était sans doute un jour de chance
Ils avaient le ciel à portée de main
Un cadeau de la providence
Alors pourquoi penser au lendemain
Ils se sont cachés dans un grand champ de blé
Se laissant porter par les courants
Se sont racontés leurs vies qui commençaient
Ils n'étaient encore que des enfants, des enfants
Qui s'étaient trouvés au bord du chemin
Sur l'autoroute des vacances
C'était sans doute un jour de chance
Qui cueillirent le ciel au creux de leurs mains
Comme on cueille la providence
Refusant de penser au lendemain
C'est un beau roman, c'est une belle histoire
C'est une romance d'aujourd'hui
Il rentrait chez lui, là-haut vers le brouillard
Elle descendait dans le midi, le midi
Ils se sont quittés au bord du matin
Sur l'autoroute des vacances
C'était fini le jour de chance
Ils reprirent alors chacun leur chemin
Saluèrent la providence en se faisant un signe de la main
Il rentra chez lui, là-haut vers le brouillard
Elle est descendue là-bas dans le Midi
C'est un beau roman, c'est une belle histoire
C'est une romance d'aujourd'hui




Δυναμη της αγάπης...

Όλα ξέρω γιατί γίνονται
και πως λειτουργούν,
το μυαλό με βοήθησε
να καταλαβαίνω,
οι ευαίσθητοι αμύνονται
στη ζωή και αργούν,
κι η λαχτάρα τους συνήθισε
να πατάει το φρένο.
Όλα ξέρω τι σημαίνουν
και τι εννοούν,
το μυαλό μου με συντόνισε
στο καινούργιο μήκος,
οι ευαίσθητοι παθαίνουν
και παρανοούν,
λες κι ο κόσμος το κανόνισε
να γλιτώνει ο λύκος.
Μα εγώ μιλάω για δύναμη,
της αγάπης ισοδύναμη,
και ζητάω προτεραιότητα,
φύση, θέση, κι ιδιότητα.
Μα εγώ μιλάω για δύναμη,
της ελπίδας ισοδύναμη,
και γυρνάω στην αθωότητα,
την παλιά μου την ταυτότητα.



Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2007

Είμαστε μόνοι...

Την πόρτα κλείσε την ψυχή
Και το παράθυρο
Δε θέλω βήματα πια ανθρώπων
Ν’ ακούγονται

Είμαστε μόνοι μας
Είμαστε μόνοι
Κι ό,τι θυμόμαστε σκληρά
Θα μας πληγώνει
Είμαστε μόνοι μας
Μας τόσο μόνοι
Σε έναν κόσμο σαν κι εμάς
Μοναχικό

Όλα χαθήκανε
μας έμειναν τα όνειρα
Και τίποτα άλλο δεν υπάρχει
Απ’ την αγάπη μας

Είμαστε μόνοι μας
Είμαστε μόνοι
Σ’ αυτόν τον κόσμο π’ αργοσβήνει
Και τελειώνει
Είμαστε μόνοι μας
Μα τόσο μόνοι
Τη μοναξιά μας να μετράμε στον καιρό

Κράτα το χέρι μου
Και δώσ’ μου
Ένα χαμόγελο
Δεν έχω τίποτα καλύτερο
Για αύριο

Είμαστε μόνοι μας
Είμαστε μόνοι
Μα το τραγούδι μας εδώ
Δεν τελειώνει

Κι αν το `χει η μοίρα μας
Να μας ματώνει
Είμαστε μόνοι
Αλλά είμαστε μαζί...


                                              

Child Is My Name...

Immortal angels
Dressed up as junkies
I'm going out tonight
It's gonna be alright
It's gonna happen
It's gonna happen, right?
It's gonna happen
It's gonna happen
I take the blame
And child is my name
And I believe your words
Whatever you might say
This is my hand
Shaking and raised
Reaching out for something more
Than mere play
Immortal junkies
Dressed up as angels
I'm meeting you tonight
It's gonna be alright
It's gonna happen




 




















Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2007

Η ζελατίνα ...

Καλύτερα με σκούρα ζελατίνα
Να πέφτει μπρος στα πόδια μου το φως
Τη μάνα μου την λέγανε Κατίνα
Και σπίτι μου κι αγάπη μου ο βυθός

Μ' αρέσουνε τα όμορφα φουστάνια
Που έχουνε στο πλάι τη ραφή
Εκεί μετράω εγώ την περηφάνια
Φαρμάκι όταν στάζει η οροφή

Και πάω και αγαπάω
Αχ -- τα πιο μεγάλα αγόρια
Την πόρτα τους χτυπάω
Μετά κοιμάμαι χώρια

Το πρώτο μου φθινόπωρο φανήκαν
Τα κλαράκια μου
Και κάθισα και μέτρησα κι εγώ
Τα φυλλαράκια μου
Στα χέρια τα κουβάλησα τα νιάτα μου
Τα υπάρχοντα
Και φαίνεται του γυάλισα του έρωτα
Του άρχοντα

Κι άλλο τραγούδι δεν θα πω...

Καλύτερα με σκούρα ζελατίνα
Να πέφτει μπρος τα πόδια μου το φως
Που φόρεσα καινούρια καπαρντίνα
Και μια βροχή δεν έβρεξε ο Θεός




Η εποχή της αγάπης ...

Τ' όνομά σου μου'φερνε το σφύριγμα του αγέρα
τ'όνομά σου κι έτρεμε η ψυχή

Ετοιμάσου μου'λεγε η καρδιά , μα κάθε μέρα
στην υγειά σου μ'έπινε η βροχή

Τρυφερά τις νύχτες την αγάπη μου φωνάζεις
τρυφερά σε γύρευα κι εγώ
Το πρωί τριαντάφυλλο του κήπου μου φαντάζεις
το πρωί, τ'αγκάθι σου είναι εδώ.

Μα αν δεν σε βρω , να μην ξεχνάς
ότι σταυρώνεις το προσκυνάς.

Τ'άγγιγμά σου χάραζε το σώμα μου απ'τη μνήμη
πρώτα η πίστη κι ύστερα διωγμοί
Κάποιος άλλος φόραγε και μ'εκανε συντρίμμι
τ'άρωμά σου κι έφυγα χλωμή.

Τρυφερά τις νύχτες την αγάπη μου φωνάζεις
τρυφερά σε γύρευα κι εγώ
Το πρωί τριαντάφυλλο του κήπου μου φαντάζεις
το πρωί, τ'αγκάθι σου είναι εδώ.

Μα αν δεν σε βρω , να μην ξεχνάς
ότι σταυρώνεις το προσκυνάς.
Μα αν δεν σε βρω μην το λησμονάς
ότι σταυρώνεις το προσκυνάς".




Black Forest...

Βρήκα μια τρύπα στο χρόνο της μέρας,
σε μέγεθος βέρας
και τάισα τον εαυτό μου
μακριά απ' το κυνηγητό μου.

Πήρα καφέ, πήρα γλυκό,
καθώς τη στέρηση ελαττώνω,
πάνω στο πιάτο το λευκό,
ίχνη από μάυρο δάσος λιώνω.

Με συγχωρείς, 
που ήμουν μ' εσένανε χωρίς,
με συγχωρείς.

Βρήκα ένα κέρμα, που το'χα στην τσέπη,
γι' αυτόν που δεν βλέπει,
άραζε ο κόσμος στην πλατεία,
γι' αυτό που είμαι, είσαι η αιτία.

Μαύρο blue-jean, μαύρο μακό
και άσπρη άδετη ελβιέλα,
μ' ό,τι καλό κι ό,τι κακό σου είπαν για μας,
κοντά μου έλα.

Με συγχωρείς, 
που ήμουν μ' εσένανε χωρίς,
με συγχωρείς.

Το βράδυ θα δούμε μαζί,
τα λόγια στο βλέμμα μου που έγραψα.
Στο πιο κεντρικό μαγαζί
ολόκληρο κόσμο σου αντέγραψα,
χωρίς να με νοιάζει αν ζει.

Με συγχωρείς, 
που ήμουν μ' εσένανε χωρίς,
με συγχωρείς.




Κεμάλ...

Ακούστε την ιστορία του Κεμάλ
ενός νεαρού πρίγκιπα, της ανατολής
απόγονου του Σεβάχ του θαλασσινού,
που νόμισε ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο
αλλά πικρές οι βουλές του Αλλάχ
και σκοτεινές οι ψυχές των ανθρώπων

Στης Ανατολής τα μέρη μια φορά και ένα καιρό
ήταν άδειο το κεμέρι, μουχλιασμένο το νερό
στη Μοσσούλη, τη Βασσόρα, στην παλιά τη χουρμαδιά
πικραμένα κλαίνε τώρα της ερήμου τα παιδιά

Κι ένας νέος από σόι και γενιά βασιλική
αγροικάει το μοιρολόι και τραβάει κατά εκεί
τον κοιτάν οι Βεδουίνοι με ματιά λυπητερή
κι όρκο στον Αλλάχ τους δίνει, πως θ’ αλλάξουν οι καιροί

Σαν ακούσαν οι αρχόντοι του παιδιού την αφοβιά
ξεκινάν με λύκου δόντι και με λιονταριού προβιά
απ’ τον Τίγρη στον Ευφράτη, απ’ τη γη στον ουρανό
κυνηγάν τον αποστάτη να τον πιάσουν ζωντανό

Πέφτουν πάνω του τα στίφη, σαν ακράτητα σκυλιά
και τον πάνε στο χαλίφη να του βάλει την θηλιά
μαύρο μέλι μαύρο γάλα ήπιε εκείνο το πρωΐ
πριν αφήσει στην κρεμάλα τη στερνή του την πνοή

Με δύο γέρικες καμήλες μ’ ένα κόκκινο φαρί
στου παράδεισου τις πύλες ο προφήτης καρτερεί
πάνε τώρα χέρι χέρι κι είναι γύρω συννεφιά
μα της Δαμασκού τ’ αστέρι τους κρατούσε συντροφιά

Σ’ ένα μήνα σ’ ένα χρόνο βλέπουν μπρος τους τον Αλλάχ
που από τον ψηλό του θρόνο λέει στον άμυαλο Σεβάχ:
"νικημένο μου ξεφτέρι δεν αλλάζουν οι καιροί,
με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί"

Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ

Καληνύχτα!!!








Μαρίνα...

Μαρίνα πράσινο μου αστέρι
Μαρίνα φως του αυγερινού
Μαρίνα μου άγριο περιστέρι
και κρίνο του καλοκαιριού

Δώσε μου δυόσμο να μυρίσω,
λουίζα και βασιλικό,
μαζί μ’ αυτά να σε φιλήσω,
και τι να πρωτοθυμηθώ

Τη βρύση με τα περιστέρια,
των αρχαγγέλων το σπαθί,
το περιβόλι με τ’ αστέρια,
και το πηγάδι το βαθύ

Τις νύχτες που σε σεργιανούσα,
στην άλλη άκρη τ’ ουρανού
και ν’ ανεβαίνεις σε θωρούσα,
σαν αδελφή του αυγερινού

Μαρίνα πράσινο μου αστέρι
Μαρίνα φως του αυγερινού
Μαρίνα μου άγριο περιστέρι
και κρίνο του καλοκαιριού




Ενός λεπτού φιλί ...

Αχ…απόψε πάρε με
με δυο φτερά μ’ ένα φιλί
μ’ ένα ιπτάμενο χαλί
να δω τον κόσμο μια φορά από ψηλά
τ’ αστέρια χαμηλά

Αχ…απόψε κράτα με
απ’ το σπασμένο μου φτερό
στον τελευταίο μας χορό
μέσα απ’ τους κύκλους του σαν κόμπος να λυθώ
γλυκά να ζαλιστώ

Η αγάπη, αγάπη μου,
πληγωμένο πουλί
απόψε αχ…για μας τους δυο
ας κράταγε ενός λεπτού φιλί
Απόψε πάρε με….

Αχ…ψυχή μου μάγισσα
κι αναστενάρισσα καρδιά
πήραν τα πόδια μου φωτιά
θέλω να τρέξω, να χορέψω, να στο πω
ακόμα σ’ αγαπώ

Η αγάπη, αγάπη μου,
πληγωμένο πουλί
απόψε αχ…για μας τους δυο
ας κράταγε ενός λεπτού φιλί
Απόψε πάρε με…




Ροζ γραβάτα

Άκουγα εσένα άκουγα
κάτι σαν αντίο ή παράκουγα
ύστερα είπες κι άλλα αλλά δεν άκουγα.
Μονάχα θυμάμαι καθαρά μια ροζ γραβάτα
άνοιξα την πόρτα, χάραζε.
Τι να βρω να πω να σε συντάραζε
είχα πάει μ' άλλον μια φορά παλιά
μα ούτε που ρώταγες ποτέ που πήγαινα.
Ροζ γραβάτα φόραγες τότε που με χώραγες
αγκαλιά μου και λαχτάρα ίδια πίναμε τσιγάρα.
Ροζ γραβάτα κι έλιωνα με φιλί θα τέλειωνα
την κουβέντα μας για πάντα
με φιλί θα τα 'γραφα όλα ροζ.
Άλλαζε αιώνας άλλαζε
μέσα μου βραχνό σκυλί που αλάλαζε.
Όσα φέρνει ο χρόνος
τα παράλλαζε πάντα η καρδιά
πατώντας σταθερά μου 'λεγε αγάπα.
Άνοιξα την πόρτα κι έφυγα
ύστερα από χρόνια λέω πως ξέφυγα.
Λόγια που πληγώναν
δεν πόναγε πια
ήταν απάτη η ομορφιά που κάποτε πλήγωνα.
Ροζ γραβάτα φόραγες τότε που με χώραγες
αγκαλιά μου και λαχτάρα ίδια πίναμε τσιγάρα.
Ροζ γραβάτα κι έλιωνα με φιλί θα τέλειωνα
την κουβέντα μας για πάντα
με φιλί θα τα 'γραφα όλα ροζ.




Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2007

ΦΕΓΓΑΡΙΑ...

Φεγγάρια σκοτεινά
θερίζουνε ξανά
τους έρωτες των δρόμων
Κι από ‘κει
μια ώρα διαρκεί
ο βίος των εντόμων

Σ’ αγαπάω και βυθίζομαι
στη ρωγμή κι απελπίζομαι
Έπεται γιατί δρέπεται
η κραυγή του θηρίου
Σ’ αγαπάω σαν οτιδήποτε
κόσμε μου έρημε κι αλύτρωτε
Τα τρωτά απορρίπτονται
στα υπόγεια του κτιρίου

Χαμένη κιβωτός
και μέσα εαυτός
που δεν ολοκληρώνει
Κι από ‘δω
αυτά μπορώ να δω
και τη ζωή σαν χιόνι




Σαββατόβραδο...

Σαββατόβραδο ζεστό έξω απ’ τη ντίσκο
με την πλάτη σου, στον ξεφτισμένο τοίχο.
να γυρνάς στην ίδια πάντα φυλακή.

Δίχως όνειρα και χαμένο μύθο
καρφωμένος απ’ της κόλασης τον ήχο
να χορεύεις με κομμένη αναπνοή.

Σ’ έχω διαλέξει να σ’ αναστήσω
να σου μιλήσω και να σε πείσω
να δραπετεύσουμε μαζί και δεν το ξέρεις

Η ζωή σου ένα τέλμα δίχως ρίσκο
ένα αυλάκι σ’ ένα χαλασμένο δίσκο
που κολλάει στην ίδια πάντα συλλαβή.

Το κορμί σου ένα δέντρο δίχως ίσκιο
ένα αίνιγμα που μου φωνάζει λύσε το
και μ’ αφήνει με κομμένη αναπνοή.



Έχω ανάγκη...

Έχω ανάγκη μια σου λέξη
μια αλήθεια μες τις αυταπάτες
και μια αγκαλιά να με γιατρέψει
από θανάσιμες αγάπες
έχω ανάγκη να βουλιάξω
μέσα στο πιο βαθύ σου βλέμμα
απ' την αλήθεια να τρομάξω
και να φουντάρω σ' ένα ψέμα

Έχω ανάγκη να σου δείξω
πως είμαι πλέον οπαδός σου
με την παλάμη μου ν' αγγίξω
τον πυρετό στο μέτωπό σου
έχω ανάγκη να σε νιώσω
σαν μια προσωπική μου νίκη
με πόσα βράδια να πληρώσω
τη μοναξιά που μου ανήκει

Μια κρύα νύχτα του Σεπτέμβρη
ένα σακατεμένο βράδυ
μόνο τα μάτια σου θυμάμαι
δυο φλόγες μέσα στο σκοτάδι
μια κρύα νύχτα του Σεπτέμβρη
που όσο θυμάμαι με πονάει
έχουν περάσει τόσα χρόνια
μ' αυτή η αγάπη δεν περνάει

Απόψε δε θα βγω στους δρόμους
στα όνειρα μου θα σε ψάξω
ότι δεν έφυγες ποτέ σου
έχω ανάγκη να φωνάξω
σ' όποια αγκαλιά και να κοιμάσαι
εγώ μαζί σου θα ξυπνάω
την πιο γλυκιά σου απουσία
έχω ανάγκη ν' αγαπάω

Κι έτσι για πάντα θα σαλπάρω
στην πλάτη του δικού σου ανέμου
σαν νά' σουν όρκος θα σε πάρω
που δε θα πάταγα ποτέ μου.




Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2007

Αγαπάω κι αδιαφορώ...

Αγαπάω κι αδιαφορώ
και κρατάω τον κατάλληλο χορό,
το λοιπόν θα αγαπάω κι εμένα,
όπως εσένα.

Μην παραννοείς τα λόγια που 'χω πει,
είν' η πιο απλή του κόσμου συνταγή.
Νιώσε με για να σε νιώσω κι ας πονάς,
είν' πανάκριβο στο λέω ν' αγαπάς.

Κοίτα με στα μάτια με υπομονή,
διώξε του όλου κόσμου την επιρροή.
Νιώσε με για να σε νιώσω κι ας πονάς,
είν' πανάκριβο στο λέω ν' αγαπάς.

Αγαπάω κι αδιαφορώ
και μαζί σου το 'χω μάθει και αυτό,
παραδόξως ν' αγαπάω κι εμένα,
όπως εσένα.

Την εικόνα αυτού του κόσμου δεν μπορώ,
ούτε μέσα στη σκιά του θα χαθώ.
Μάγεψαν κι εσένανε τα ξωτικά,
κάνεις πάλι κύκλους σ' άλλη αγκαλιά.

Και μη μας τρομάζουν φως μου οι πληγές,
στις χρυσές στιγμές μας πλάι και αυτές.
Νιώσε με για να σε νιώσω κι ας πονάς,
είν' πανάκριβο στο λέω ν' αγαπάς.

Αγαπάω κι αδιαφορώ
κι έχω φτιάξει έναν καινούριο εαυτό,
τώρα πια με αγαπάω κι εμένα,
όπως εσένα.




"Εφυγα..."

Έφυγα,
γιατί έπρεπε να μείνω αλλιώς.
Έφυγα,
γιατί άνοιξε ο καημός μου ο παλιός.
Στο άγγιγμα του όχι μας
σαν κουρασμένο ρούχο
γιατί έφυγα κι απέφυγα
που τέτοια αγάπη σου 'χω...
Δυο σπίρτα που 'μειναν στης νύχτας το κουτί
να μην τ' ανάψεις.
Την πόρτα σου μονάχα την κουτή
για ρώτα την πώς έφυγα, νομίζοντας πως θες να με φωνάξεις.
Έφυγα,
γιατί έπρεπε να ζήσω αλλιώς.
Έφυγα,
όπως φεύγει το σκοτάδι απ' το φως.
Μια κάφτρα μόνο γυάλισε
λες κι ήθελε να δείξει
ποιο κουράγιο το κουβάλησε
το θέλω που 'χα πνίξει...
Δυο σπίρτα που 'μειναν στης νύχτας το κουτί
να μην τ' ανάψεις.
Την πόρτα σου μονάχα την κουτή
για ρώτα την πώς έφυγα, νομίζοντας πως θες να με φωνάξεις.



Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2007

Θέλω να σε δω...

Θέλω να σε δω
να μ' αναζητάς
σε κάθε οδό και δω
στα λίγα που ζητάς
Θέλω να σε δω
μ' έρωτα βαρύ
να μην μπορεί κανείς
να διώξει αυτόν το θάνατο
Καμιά φορά
φοράω τα λόγια μιας πληγής
καμιά φορά ξεχνιέμαι αλλιώς
κι απ' όλους κρύβομαι
Τη χαρά μου λες γιατί στην κάνω συμφορά
και δε χωράει η ζωή
να μπει στο γλέντι ούτε μια φορά
Θέλω να σε δω
να μ' εκδικηθείς
να πιω νερό κρυφά
εκεί που θα πλυθείς
Θέλω να σε δω
να 'μαστε αγκαλιά
και μία θηλιά γερή
το χθες να κάνει αθάνατο






Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2007

H σονάτα του σεληνόφωτος

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε! Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι, αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες, ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου λησμονημένα λόγια - δε θέλω να τ' ακούσω. Σώπα. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου, ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο, τόσο αδιάφορη κι αϋλη, τόσο θετική σαν μεταφυσική που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ' η φθορά του. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα, κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας μπορεί να φαντάζουμε κιόλας πως θα πετάξουμε, γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού μου, σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν, κι όταν κλείνεσαι μέσα σ' αυτόν τον ήχο του πετάγματος νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου, κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα, μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους, δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου, (δεν είναι τούτο η λύπη μου - η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κ' η καρδιά μου). Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα, μοναχός στη δόξα και στο θάνατο. Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει – θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε, τα κάδρα ρίχνονται σε να βουτάνε στο κενό, οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου απ’ την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ’ τα γόνατά της ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα. Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, - όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία – λέω για την πολυθρόνα, τόσο αναπαυτική, μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει - μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι, πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα δίνω στο στιλβωτήριο της γωνιάς, ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος λικνισμένο απ’ την ίδια του ανάσα, τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δυο σα να μην είχε τίποτα να κλείσει ή να κρατήσει ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου είχα μανία με τα μαντίλια, όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο, τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς με το λιόγερμα ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το σκουφί που φοράνε οι εργάτες στο αντικρινό γιαπί ή να σκουπίσω τα μάτια μου, - διατήρησα καλή την όρασή μου ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια. Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι ν’ απασχολώ τα δάχτυλα μου. και τώρα θυμήθηκα πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δυο ξανθές πλεξούδες - 8, 16, 32, 64 - κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς όλο φως και ροζ λουλούδια, (συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια – κακή συνήθεια) – 32, 64 - κ’ οι δικοί μου στήριζαν μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο. Λοιπόν, σου ‘λεγα για την πολυθρόνα – ξεκοιλιασμένη – φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα – έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο, μα που καιρός και λεφτά και διάθεση – τι να πρωτοδιορθώσεις; - έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, - φοβήθηκα τα’ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. εδώ κάθισαν άνθρωποι που ονειρεύθηκαν μεγάλα όνειρα, όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε, και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα δίχως να ενοχλούνται απ’ τη βροχή ή το φεγγάρι. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας τ’ Αι Νικόλα, ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα απ’ το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι που ‘ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων – και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε ντυμένος την αχλύ και τη δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος, πυρπολημένη απ’ τα’ αδηφάγα μάτια των αντρών κι απ’ τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων, πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα, άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο, στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα ‘βλεπα) μέτωπα, χείλη και λαιμοί, γόνατα, δάχτυλα και μάτια, στέρνα και μπράτσα και μηροί (κι αλήθεια δεν τα ‘βλεπα) - ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς ό,τι θαυμάζεις, σου φθάνει ο θαυμασμός σου, - θέ μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων γιατί, έτσι πολιορκημένη απ’ έξω κι από μέσα, άλλος δε μου ‘μενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω. – Όχι, δε φτάνει. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με, γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, έμεινα μόνη ανένδοτη, μόνη και πάναγνη, ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη, γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού, στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μείνουνε σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. δε φτάνει. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια. Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου. Πρέπει πάντα να προσέχεις, να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε. Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δεν τολμάς να τ’ ανοίξεις. Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει. Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του να απ’ τους νεκρούς του να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ’ ετοιμόρροπα κρεβάτια και ράφια. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες την άχνα της βραδιάς, είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλητη, κάτι θα τρίξει, - ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης, κάποια βήματα ακούγονται, - δεν είναι δικά μου. Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, - ή μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, - κι αν κάνεις αν κοιτάξεις σ’ αυτόν ή στον άλλον καθρέφτη, πίσω απ’ τη σκόνη και τις ραγισματιές, διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου, το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή παρά να το κρατήσεις καθάριο κι αδιαίρετο. Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο σαν κυκλικό ξυράφι – πώς να το φέρω στα χείλη μου; όσο κι αν διψώ, - πώς να το φέρω; - Βλέπεις; έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, - αυτό μου απόμεινε, αυτό με διαβεβαιώνει ακόμη πως δε λείπω. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Φορές-φορές, την ώρα πού βραδιάζει, έχω την αίσθηση πως έξω άπ’ τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης με την γριά βαριά του αρκούδα με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο και δεν τ' αφήνουν πια να βγουν έξω μ' όλο πού πίσω απ' τούς τοίχους μαντεύουν το περπάτημα της γριάς αρκούδας – κ' η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της, μην ξέροντας για που και γιατί – έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της να διασκεδάζει τα παιδιά, τούς αργόσχολους τους απαιτητικούς και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της, δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση, την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων, στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της, την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου - έστω κ' ενός αργού θανάτου- την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ' τη σκλαβιά της. Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι; Κ' η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της, χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλια της στις πενταροδεκάρες που τις ρίχνουνε τα ωραία και ανυποψίαστα παιδιά (ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα) και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ , ευχαριστώ. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα είναι σαν το βυθό της θάλασσας. Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν σα στρόγγυλα, μεγάλα μάτια πίθανων ψαριών, τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες, φύκια και όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου – δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα, δεν μπορώ ν’ ανέβω πάλι στην επιφάνεια – ο δίσκος μου πέφτει απ’ τα χέρια άηχος, - σωριάζομαι και βλέπω τις φυσαλίδες απ’ την ανάσα μου ν’ ανεβαίνουν, ν’ ανεβαίνουν και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντας τες κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες, τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς; Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί, στο βάθος του πνιγμού, κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων, απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά και μελλούμενα, μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας, κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε, μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη, κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι, τα δίνω μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ τα δίνω. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου. Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να ‘ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε. Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα; Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο – τι δυνατό το στήθος σου, τι δυνατό φεγγάρι, - η πολυθρόνα, λέω – κι όταν σηκώνω το φλιτζάνι απ’ το τραπέζι μένει από κάτω μια τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω να μην κοιτάξω μέσα, - αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου – μην κοιτάξεις μέσα, είναι μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει – μην κοιτάξεις, μην κοιτάχτε, ακούστε που σας μιλάω – θα πέσετε μέσα. Τούτος ο ίλιγγος ωραίος, ανάλαφρος – θα πέσεις, - ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι, ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστηριακές φωνές – δεν τις ακούτε; Βαθύ βαθύ το πέσιμο, βαθύ βαθύ το ανέβασμα, το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ’ ανοιχτά φτερά του, βαθιά βαθιά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, - τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης, όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα, ανάσα ωκεανού. Ωραίος ανάλαφρος ο ίλιγγος τούτος, - πρόσεξε, θα πέσεις. Μην κοιτάς εμένα, εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα – ο εξαίσιος ίλιγγος. Έτσι κάθε απόβραδο έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες. Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμιάν ασπιρίνη άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου ν' ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο πού κάνουν οι σωλήνες του νερού, ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη, ξεχνιέμαι κ' ετοιμάζω δυο - ποιος να τον πιει τον άλλον; - αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας απ' το παράθυρο τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με πάρει με τα μαντίλια μου, τα σταβοπατημένα μου παπούτσια, τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματά μου, χωρίς καθόλου βαλίτσες - τι να τις κάνεις; - Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. «Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Όχι, δε θα ‘ρθω. Καληνύχτα. Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί επιτέλους, πρέπει να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι. Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, - όχι, όχι το φεγγάρι – την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου, την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της την πολιτεία που όλους μας αντέχει στην ράχη της με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας, με τις φιλοδοξίες, την άγνοια μας και τα γερατειά μας,- ν' ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας, να μην ακούω πια τα βήματά σου μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα.