Σάββατο 31 Ιουλίου 2010
Black Forest
σε μέγεθος βέρας
Και τάισα τον εαυτό μου
μακριά απ'το κυνηγητό μου
Πήρα καφέ πήρα γλυκό
καθώς τη στέρηση ελαττώνω
Πάνω στο πιάτο το λευκό
ίχνη από μάυρο δάσος λιώνω
Με συγχωρείς, που ήμουν με σένανε χωρίς
Με συγχωρείς
Βρήκα ένα κέρμα που το'χα στην τσέπη
γι'αυτόν που δεν βλέπει
άραζε ο κόσμος στην πλατεία,
γι'αυτό που είμαι είσαι η αιτία
Μαύρο μπλου τζην, μαύρο μακό
και άσπρη άδετη ελβιέλα
Μ'ότι καλό κι ό,τι κακό σου είπαν για μας,
Κοντά μου έλα
Με συγχωρείς,που ήμουν με σένανε χωρίς
Με συγχωρείς
Το βράδυ θα δούμε μαζί
τα λόγια στο βλέμμα μου που έγραψα
Στο πιο κεντρικό μαγαζί
ολόκληρο κόσμο σου αντέγραψα
χωρίς να με νοιάζει αν ζει
To κοπερτί
Το μέτρημα
Τους ανθρώπους της ζωής μου
κάθισα να τους μετρήσω,
τους παρόντες, τους απόντες,
κάνα δυο περαστικούς
Όσους ήρθαν για να μείνουν
Όσους έφυγαν πριν γίνουν,
τους κοινόχρηστους, τους ξένους
Τους πολύ προσωπικούς...
ΚΑΙ μου βγαίνουν ΠΑΝΤΑ λίγοι
Ή μου βγαίνουνε πολλοί
Κι είναι η μοναξιά που επείγει
Ό,τι με μελαγχολεί
Και μου βγαίνουν πάντα λίγοι
Ή μου βγαίνουνε πολλοί
Σ` ένα μέτρημα που ανοίγει
Την παλιά μου την πληγή...
Τους ανθρώπους της ζωής μου
Θα `θελα να τους κρατήσω
Τα αγρίμια, τους αγγέλους
Και τους πιο κανονικούς
Όσους άφησαν σημάδι
Όσους πήρε το σκοτάδι
Τους εκείνους, τους τυχαίους
Τους πολύ προσωπικούς...
Και μου βγαίνουν πάντα λίγοι
Ή μου βγαίνουνε πολλοί
Κι είναι η μοναξιά που επείγει
Ό,τι με μελαγχολεί!
Και μου βγαίνουν πάντα λίγοι
Ή μου βγαίνουνε πολλοί
Σ` ένα μέτρημα που ανοίγει
Την παλιά μου την πληγή...
Άνθρωποι μόνοι που άφησαν σκόνη
φιλίες κι αγάπες που πήραν οι δρόμοι
κλεμμένοι, κρυμμένοι, κρυφά δανεισμένοι
τυχαίοι, γενναίοι, δειλοί, φοβισμένοι
δικοί μου και ξένοι, λαμπροί και θλιμμένοι
σε σχέσεις, σε σπίτια καλά κλειδωμένοι.
Χαρούμενοι, άσχετοι, συνεπιβάτες
μποέμ καλλιτέχνες, παιδιά με γραβάτες.
Εχθροί μου και φίλοι, μικροί και μεγάλοι
που δίνουν με μέτρο, που κάνουν σπατάλη.
Αγάπες που έμοιαζαν να `χουν αξία
και άλλες που ξέμειναν στη χειραψία
Φτωχοί συγγενείς που σερβίρουν τα έτοιμα
οι λογικοί κι όσοι ζουν με το αίσθημα
Οι λογικοί κι όσοι ζουν με το αίσθημα
Οι λογικοί κι όσοι ζουν με το αίσθημα...
Όσοι ζουν με το αίσθημα.....
Φοβάμαι πως χάνω το μέτρημα ........
Yara Yara
Καθώς αποκοιμήθηκες φύλαγε βάρδια ο κάβος. Σε σπίτι μέσα, ξέχασες προχτές το φυλαχτό. Γελάς, μα εγώ σε πούλησα στο Rio για δυο centavos κι απέ σε ξαναγόρασα ακριβά στη Βηρυτό.
Με πορφυρό στα χείλη μου κοχύλι σε προστάζω. Στο χέρι το γεράκι σου και τα σκυλιά λυτά. Απάνωθέ μου σκούπισε τη θάλασσα που στάζω και μάθε με να περπατώ πάνω στη γη σωστά.
Κούκο φορούσες κάτασπρο μικρός και κολαρίνα. Ναυτάκι του γλυκού νερού. Σε πιάνει - μην το πεις αλλού - σα γάτα η λαμαρίνα Και σε σαστίζει ξαφνικό προβέτζο του καιρού.
Το ντύμα πάρε του φιδιού και δος μου ένα μαντίλι. Εγώ, - και σ' έγδυσα μπροστά στο γέρο Τισιανό. Βίρα, Κεφαλλονίτισσα, και μάινα το καντήλι. Σε λόφο γιαπωνέζικο κοιμάται το στερνό.
Σου πήρα από τη Νάπολη μια ψεύτικη καμέα κι ένα κοράλλι ξέθωρο μαζί. Πίσω απ' το φριγκορίφικο στην άδεια προκυμαία Έβενος, - γλώσσα της φωτιάς, στο βάθος κρεμεζί.
Φώτα του Melbourne. Βαρετά κυλάει ο Yara Yara ανάμεσα σε φορτηγά πελώρια και βουβά, φέρνοντας προς το πέλαγος, χωρίς να δίνει δυάρα, του κοριτσιού το φίλημα, που στοίχισε ακριβά.
Γερά την ανεμόσκαλα. Καφέ για τον πιλότο. Λακίζετε, αλυσόδετοι του στεριανού καημού. Και σένα, που σε κέρδισα μιανής νυχτιάς σε λότο, σμίγεις και πας με τον καπνό του γκρίζου ποταμού.
Μια βάρκα θέλω, ποταμέ, να ρίξω από χαρτόνι, όπως αυτές που παίζουνε στις όχθες μαθητές. Σκοτώνει, πες μου, ο χωρισμός; - Ματώνει, δε σκοτώνει. Ποιος είπε φούντο; Ψέματα. Δε φτάσαμε ποτές.