"Saragietta, saragietta la marina
Per trovare un amorata
Scianca rossa scianca rossa graziana
Perappropriaa pesciara
Tiritomba tiritomba
Tiritomba nero ole ole ole
Titritomba tiritomba
Tiritomba all aria va!"
Κάθε φορά που θα 'ρθεις βρέχει Σύμπτωση λες πες το όπως θες Όμως εγώ θέλω να βρέχει Σαν το νερό να σ'αγκαλιάζω τις νύχτες που καις Κάθε φορά που θα 'ρθεις βρέχει Δε φταις εσύ δε φταίει κανείς Λες κι ο καιρός χαρές δεν έχει κι έρχεσαι εδώ για να κρυφτείς Κάθε φορά που θα 'ρθεις βρέχει Γίνεσαι φως στη συννεφιά Μα κάθε φορά κάτι τρέχει Φεύγεις μακριά μόνος ξανά σα μια γκρίζα σκιά Τέτοια ζωή ποιος την αντέχει Ίσως εγώ και η βροχή Μα σ' αγαπώ βρέχει δε βρέχει κι αν σ' αρνηθώ τότε μωρό μου θα φταις μόνο εσύ.
Στίχοι: Τάκης Καρνάτσος
Μουσική: Γιάννης Σπανός
Πρώτη εκτέλεση: Τάνια Τσανακλίδου
Σ’ ένα νησί ταξίδεψα
χωρίς σκοπό κανένα
τον έρωτα σου γύρεψα
για να αντικρίσω εμένα
Χωρίς πατρίδα κι άλλη γη
διψούσα όταν με βρήκες
με πνίξαν οι ουρανοί
και όλες οι θείες δίκες
Ο έρωτάς μου έγινε
σκαρί ναυαγισμένο
που το `ριξαν τα κύματα
στα βράχια τσακισμένο
Το αύριο, το σήμερα
είναι η μεγάλη χίμαιρα
το χτες είναι μαχαίρι
μες στου Θεού το χέρι.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Dans un ile j'ai voyage
au hasard des chemins
c'est ton amour que je cherchais
Pour trouver mon destin
Sans feu ni lieu , deracinee
J'avais soif quand tu m'as trouvee
Foudroyee par les cieux
Par la colere de Dieu
Mon amour n'est pplus a present
Qu'un vaisseau sans mature
Qu'aux recifs la rage des vents
A jete en pature
Qu'est ce qu'aujourd'hui , qu-est ce que tantot
C'est la grande chimere
Et Dieu dans sa main serre
Φέρτε μ’ ένα μαντολίνο
για να δείτε πως πονώ
κι ύστερα θα γίνω κρίνο
κι ύστερα πια θα χαθώ
Τι με νοιάζει κι αν χαθώ
αφού θα `χω γίνει κρίνο
φέρτε μ’ ένα μαντολίνο
Το παιδί που μ’ αγαπάει
όλο θέλει να ρωτά
τι σημαίνει Κυριακή
Σκέφτομαι γιατί ρωτάει
και φοβάμαι ότι ξεχνά
πως τον είδα Κυριακή
Φέρτε μ’ ένα μαντολίνο
για να δείτε πως πονώ
κι ύστερα θα γίνω κρίνο
κι ύστερα πια θα χαθώ
Τι με νοιάζει κι αν χαθώ
αφού θα `χω γίνει κρίνο
φέρτε μ’ ένα μαντολίνο
Το παιδί που μ’ αγαπάει
όλο θέλει να ρωτά
που πηγαίνουν τα πουλιά
Μα το δάκρυ μου κυλάει
και καθώς αυτός κοιτά
τον σκεπάζω με φιλιά...
Όλοι οι πρώην μου
πάνω στα χείλη μου αφήναν
μια γεύση πρώιμου,
κι οι συγκινήσεις που μου δίναν
άντε να κρατήσαν μονάχα δυο στιγμές
με το ρολόι μου.
Όλα τ' αγόρια μου
μικρά φωτάκια από πλοία
στη στεναχώρια μου
βόλτα αργή στην παραλία
λίγο πιο κει του φθινοπώρου οι βροχές
πέφτουν στα πόδια μου.
Έφευγαν νωρίς, θυμάμαι τ΄αμάξια
τους το "με συγχωρείς" βαθιά μες τα μάτια
τους κι έμενα εγώ με τόσα ενδεχόμενα
να παρατηρώ για πολύ καιρό
τ' αμάξια τα ερχόμενα.
Όλες οι σχέσεις μου
μια τρυφερή ρετροσπεκτίβα
για τις εκθέσεις μου
λόγια και πρόσωπα σε στοίβα,
που έχουν φύγει μα μπερδεύονται συχνά στις υποθέσεις μου.
Έφευγαν νωρίς, θυμάμαι τ΄αμάξια τους
το "με συγχωρείς" βαθιά μες τα μάτια τους
κι εμενα εγώ με τόσα ενδεχόμενα να παρατηρώ
για πολύ καιρό τ' αγόρια τα επόμενα...
“Πώς είναι αυτοί κρυμμένοι μέσα σου
θέλω να τους δω και να φιληθώ μαζί τους
Να χαϊδέψω κάθε σου προφίλ, εσύ μετά, εσύ και πριν
Θέλω μια εκδρομή των μυστικών
των φανερών και των κρυμμένων εαυτών
να ‘μαι και γυναίκα και αγόρι και μωρό
να σ’ έχω άντρα και μητέρα και θεό
Σήκω να χορέψουμε με ό,τι μπορείς
Με ό,τι δεν ξέχασες κι άλλος κανείς
Χιλιάδες πρόσωπα εμείς
Πιάσε το μαντήλι μου απ’ την αρχή
και από τα χείλη μου μισό φιλί
τ’ άλλο μισό για πάντα εσύ
Όλους τους δικούς σου κουβαλάς
παλιούς και επόμενους και εμάς
στα βήματα που προχωράς
Θέλω μια εκδρομή των μυστικών
των φανερών και των κρυμμένων εαυτών
να ‘μαι και γυναίκα και αγόρι και μωρό
να σ’ έχω άντρα και μητέρα και θεό
Μπες μες στον χορό με ό,τι μπορείς
Με ό,τι δεν ξέχασες κι άλλος κανείς
Χιλιάδες πρόσωπα εμείς
Πιάσε το μαντήλι μου απ’ την αρχή
και από τα χείλη μου μισό φιλί
τ’ άλλο μισό για πάντα εσύ.”
Ο φόβος, Κύριε, είναι ένας δρόμος κλειστός για τον έρωτα. Ένα τραχύ μονοπάτι γεμάτο με φιδοφωλιές και βρώμικα χορτάρια. Στο τέρμα του φαντάζει απρόσιτο το χλοερό αλωνάκι της αγάπης. Μα μόνο έτσι πολεμάς γι’ αυτό που νιώθεις: περπατώντας αυτόν τον δρόμο, ματώνοντας τα πόδια στα χαλίκια του, παραμερίζοντας με τους αγκώνες τα σαρκοβόρα αναρριχητικά που γλείφουν λαίμαργα το δέρμα σου, κοιτώντας πάντοτε μπροστά, κοιτώντας μέσα σου, εκεί όπου παφλάζει η επιθυμία που σε οδηγεί, που ο πόθος ξεδιπλώνει τον βαθύ του ουρανό, εκεί που η καρδιά χτυπάει μόνη της και μια φωτιά ανάβει μεσοπέλαγα.
Ερωτεύομαι θα πει Πηγαίνω. Προχωρώ. Διασχίζω και Διασχίζομαι. Και Ξεμακραίνω. Για ν’ αγγίξω κάποτε τον πάμφωτο προορισμό που αξιώθηκα.
Θα πει Φτάνω. Ξυπόλητη, λουσμένη στον ιδρώτα, κατάκοπη, γδαρμένη, δίχως νύχια, δίχως δόντια, με βλέφαρα καμένα, πρησμένα γόνατα, με χέρια τρυπημένα και τη φωνή τριμμένη πάνω στις συλλαβές του σ’ αγαπώ - έστω κι έτσι, μόνο έτσι Φτάνω.
Γιατί ο έρωτας, Κύριε, άλλο δεν είναι από μια δυνατότητα.
Ένα Μπορώ.
Να γνωρίζω και να αγνοώ μαζί.
Να εγκληματώ και να ’μαι η μόνη αθώα.
Να παραλύω στην πιθανότητα της αποκάλυψης κι αυτός ο φόβος, ο Φόβος, Κύριε, να με δυναμώνει.
Μόνο οι γενναίοι αγαπούν - να το θυμάστε. Οι άλλοι απλώς ξεγελούν τα όνειρα. Εγώ ήμουνα στους πρώτους.
Αναρωτηθήκατε άραγε ποτέ τι ακριβώς ερωτευόμαστε σ’ έναν άλλο άνθρωπο; Σας έχει απασχολήσει αυτό το αίνιγμα; Τι είναι εκείνο πάνω του που συνεγείρει τις στρατιές των εφησυχασμένων μας αισθήσεων και μας ρίχνει άοπλους σε μια μάχη εκ των προτέρων χαμένη; Σε ποιο σημείο βρίσκεται η δύναμη του άλλου, εκείνη η δύναμη που μας ωθεί ολόγυμνους στο ναρκοπέδιο μιας άγνωστης ως χθες αγκαλιάς; Εμπρός, λοιπόν, στραφείτε με προσοχή στο παρελθόν σας και προσπαθήστε να θυμηθείτε - αν βέβαια έχετε μια τέτοια άξια ανάμνηση: τι σχήμα είχε το στιλέτο που σας πλήγωσε κάποτε θανάσιμα;
Ήταν υγρό σαν ένα βλέμμα θαλασσί, στέρεο σαν περπάτημα ή αέρινο, όπως το σχήμα των χεριών που κλείνουν σ’ ένα χάδι βαθύ ως μέσα στις ρίζες;
Ματαιοπονείτε. Ποτέ σας δεν θα βρείτε μιαν απάντηση. Όποιος προσπάθησε να εξηγήσει τον έρωτα δεν υπήρξε ποτέ του ερωτευμένος. Μόνο μια εκκωφαντική σιωπή ταιριάζει στην απόλυτη φύση ενός τέτοιου δώρου. Μια σιωπή σπαρμένη με τ’ ανείπωτα του σύμπαντος που ανθίζουν μόνο μια στιγμή: όσο κρατάει ένα σμίξιμο ιδρωμένο.
Λευκή μου τύχη και λευκή ζωή μου Γιατί τα βράδια κρύβεστε στο γκρίζο; Βλέπω στο άσπρο σας την προβολή μου και το μετά απ' το μετά γνωρίζω Αν είχα θάρρος για να πω το "έλα" τώρα δε θα 'χα τη φωτιά στο αίμα Αν είχε χρώμα θα 'ταν άσπρη η τρέλα Αν είχε σώμα θα 'ταν πάλι ψέμα.
Κοίτα τα χέρια πως γυρνούν στον τοίχο σαν να χορεύουνε με τη σιωπή μου κι εγώ που χρόνια γύρευα το στίχο που θα εξηγήσει τη βουβή ζωή μου μεταμφιέζω τη σιωπή σε λέξη και τη χαρίζω σ' όποιον μου εξηγήσει να 'χει το μέλλον μου να επιλέξει ποιο παρελθόν μου θα ξαναγυρίσει...
Τίποτα σημαντικό. Ζω μονάχα εν λευκώ...
Λευκή μου τύχη και λευκή ζωή μου καλά τα λεν οι έγχρωμοί μου φίλοι το πρόβλημά μου η υπερβολή μου κι ό,τι αργεί απάντηση να στείλει Αν είχε το θάρρος να φανεί ο λόγος τώρα δε θα 'τανε φωτιά στο αίμα Αν είχε χρώμα θα 'ταν άσπρο ο φόβος Αν είχε σώμα θα 'ταν σαν κι εμένα.
Αν σ' αγαπούν να μάθουν να το λένε κι αν δε στο πουν να μάθεις να το κλέβεις κι αν θες να δεις τ' αληθινά να καίνε πρέπει στο ύψος της φωτιάς ν' ανέβεις.
Και σε λυπούνται που δεν το 'χεις νιώσει κι εσύ λυπάσαι που το ξέρεις πρώτος και που κανείς δεν είχε λάβει γνώση πως η σιωπή σου ήταν χρόνια κρότος.
Δικαίωμά μου να ποντάρω λίγα Δικαίωμά μου να πηγαίνω πάσο κι εκεί που λένε πως ποτέ δεν πήγα εγώ δεν πρόλαβα να το ξεχάσω Κι όποιος ρωτήσει γιατί πάντα φεύγω μ' αυτό τον τόνο του λευκού στο βλέμμα του λέω μια φράση σαν να υπεκφεύγω με μια ελπίδα να 'ναι σαν κι εμένα...
Τίποτα σημαντικό... Ζω μονάχα εν λευκώ.... Τίποτα σημαντικό.... Ζω μονάχα εν λευκώ.... Τίποτα σημαντικό.... Ζω μονάχα εν λευκώ...