ΤΟ BLOG ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΤΟ SOUNDTRACK ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ.

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Dance With My Own Shadow

Σαν μπήκα σπίτι μου άρχισα να χορεύω.
Ο ήχος μιας μπάντας με παρασύρει.
Σκίζω τον τοίχο, βρίσκομαι στους δρόμους, χρωματισμένους εφιαλτικά κι οι μπάντες να χτυπάνε τους ρυθμούς ξέφρενα, ενώ εγώ χάνομαι μες στο χρόνο, μεσ’ από κει που ήρθα, αφήνοντας πίσω μου ένα χαμόγελο παντοτινό στη μνήμη των ανθρώπων.
Γιατί κανείς ποτέ δεν θα γνωρίσει αν ήρθα, αν έφυγα κι αν πράγματι υπήρξα κάποτε τυχαία ανάμεσά τους.



Αθανασία

Τι ζητάς Αθανασία
στο μπαλκόνι μου μπροστά
δε μου δίνεις σημασία
κι η καρδιά μου πως βαστά.
Σ' αγαπήσανε στον κόσμο
βασιλιάδες ποιητές
κι ένα κλωναράκι δυόσμο
δεν τους χάρισες ποτές.
Είσαι σκληρή
σαν του θανάτου τη γροθιά
μα ’ρθαν καιροί
που σε πιστέψαμε βαθιά.
Κάθε γενιά
δική της θέλει να γενείς
ομορφονιά
που δε σε κέρδισε κανείς.

Τι ζητάς Αθανασία
στο μπαλκόνι μου μπροστά
ποια παράξενη θυσία
η ζωή να σου χρωστά.
Ήρθαν διψασμένοι Κροίσοι
ταπεινοί προσκυνητές
κι απ' του κήπου σου τη βρύση
δεν τους δρόσισες ποτές.
Είσαι σκληρή
σαν του θανάτου τη γροθιά
μα ’ρθαν καιροί
που σε πιστέψαμε βαθιά.
Κάθε γενιά
δική της θέλει να γενείς
ομορφονιά
που δε σε κέρδισε κανείς.



Το μαγικό χαλί

Στο μεταξωτό μου το μαντήλι
βρήκα τα φιλιά που μου 'χεις στείλει,
τα μετρώ και κάνω το σταυρό μου
να σε δω κι απόψε στ' όνειρό μου.

Στο μαγικό χαλί σου
πετώ κι εγώ μαζί σου
σε πολιτείες και χωριά,
στην Πάφο, στ' Αϊδίνι,
στη Χίο, στη Μυτιλήνη,
κι ως μες στην Αλεξάνδρεια.

Στον ουρανό κρυφοί μπαξέδες
και γύρω-γύρω καφενέδες,
και γύρω-γύρω καφενέδες.

Στο μαγικό χαλί σου
πετώ κι εγώ μαζί σου
και σβάρνα παίρνω το ντουνιά,
το Νείλο, τον Ευφράτη,
την Προύσα, τη Βαγδάτη,
τη Δαμασκό, τη Μπαρμπαριά.

Στο μεταξωτό σου το μαντήλι
κρύψε τα φιλιά που σου 'χω στείλει,
μέτρα τα και κάνε το σταυρό μου
να με δεις κι εσύ μες στ' όνειρό σου.





Το νησί των συναισθημάτων...

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα συναισθήματα.
Εκεί, ανάμεσα στα υπόλοιπα, ζούσαν και η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη...
Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε
και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.
Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία σ

τιγμή.
Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη άρχισε να ζητάει βοήθεια.

Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό. Η Αγάπη τον ρωτάει:
-Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;
-Όχι, δεν μπορώ, απάντησε ο Πλούτος. Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα.

Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία
που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος.
-Σε παρακαλώ, βοήθησέ με' είπε η Αγάπη.
-Δεν μπορώ να σε βοηθήσω, Αγάπη... Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου, της απάντησε η Αλαζονεία.

H Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια.
-Λύπη, άφησέ με να έρθω μαζί σου.
-Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου' είπε η Λύπη.

Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη, αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία. Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.

Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή:
-Αγάπη, έλα προς τα εδώ! Θα σε πάρω εγώ μαζί μου. Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του. Όταν έφτασαν στη στεριά, ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του. Η Αγάπη, γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε, ρώτησε τη Γνώση:
-Γνώση, ποιος με βοήθησε;
-Ο Χρόνος, της απάντησε η Γνώση.
-Ο Χρόνος; ρώτησε η Αγάπη. Γιατί με βοήθησε ο Χρόνος; Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με βαθιά σοφία της είπε:
-Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη.

Το μέτρημα...

Tους ανθρώπους της ζωής μου
κάθισα να τους μετρήσω
τους παρόντες, τους απόντες
κάνα δυο περαστικούς.

Όσους ήρθαν για να μείνουν
όσους έφυγαν πριν γίνουν,
τους κοινόχρηστους, τους ξένους,
τους πολύ προσωπικούς.

Και μου βγαίνουν πάντα λίγοι
ή μου βγαίνουνε πολλοί
κι είναι η μοναξιά που επείγει
ό,τι με μελαγχολεί.

Και μου βγαίνουν πάντα λίγοι
ή μου βγαίνουνε πολλοί
σ' ένα μέτρημα που ανοίγει
την παλιά μου την πληγή.

Τους ανθρώπους της ζωής μου
θα ' θελα να τους κρατήσω.
Τα αγρίμια, τους αγγέλους
και τους πιο κανονικούς.

Όσους άφησαν σημάδι
όσους πήρε το σκοτάδι,
τους εκείνους, τους τυχαίους
τους πολύ προσωπικούς.

Άνθρωποι μόνοι που άφησαν σκόνη
φιλίες και αγάπες που πήραν οι δρόμοι
κλεμμένοι, κρυμμένοι, κρυφά δανεισμένοι
τυχαίοι, γενναίοι, δειλοί , φοβισμένοι
δικοί μου και ξένοι, λαμπροί και θλιμμένοι
σε σχέσεις, σε σπίτια καλά κλειδωμένοι.
Χαρούμενοι, άσχετοι, συνεπιβάτες
Μποέμ καλλιτέχνες, παιδιά με γραβάτες.
Εχθροί μου και φίλοι, μικροί και μεγάλοι
που δίνουν με μέτρο, που κάνουν σπατάλη.
Αγάπες που έμοιαζαν να 'χουν αξία
και άλλες που ξέμειναν στη χειραψία
Φτωχοί συγγενείς που σερβίρουν τα έτοιμα
Οι λογικοί κι όσοι ζουν με το αίσθημα.
Φοβάμαι πως χάνω το μέτρημα...



Με τσιγάρα βαριά...

Με τσιγάρα βαριά
και φτερό την καρδιά, πάντα φεύγω
Σα μεγάλο παιδί
που τα πάντα έχει δει, λες κι είναι έργο

Με αλλαγμένη φωνή
μη ντραπώ και φανεί, ψιθυρίζω
Και φυσώ τον καπνό
με μια δόση θυμό, που ποτέ- μα ποτέ
δεν τελειώνω ό, τι αρχίζω

Κι είναι οι δρόμοι υγροί
Τι κατάλαβαν, τι
Από μένα
Λες και τα μυστικά
Τα κρατούσα κρυφά
Για να μείνουν κρυμμένα

Με τσιγάρα βαριά
μια βουτιά στα βαθιά, κι επιπλέω
Κι ας μην είναι σωστό
πάντα ό, τι σκεφτώ, θα το λέω

Μ αλλαγμένη φωνή
τεντωμένο σκοινί, να βαδίσω
Και τραβώ τον καπνό
με μια δόση θυμό, που ποτέ-δεν μπορώ
όσα θέλω ν αρχίσω...



Συνέχεια στα όρια...

Συνέχεια στα όρια
κουράζομαι κι εγώ
να σε ταξιδεύω
και να ναυαγώ

κούμπωσέ με αν θες
τα 'παμε και χθες
δεν ενώνονται εύκολα οι ζωές

μπορείς να φύγεις πρώτα εσύ
μετά σ'ακολουθώ
κάποιος μένει πάντα στο βυθό
σήμερα εσύ, αύριο εγώ
τώρα όμως πρέπει να ντυθώ

κούμπωσέ με τώρα
θα καλέσω ένα ταξί
κάποιος κάνει πάντα την αρχή
κάτσε μια στιγμή
δωσ'μου ένα φιλί
κάτι να 'χω για τη διαδρομή

συνέχεια στα όρια
λες κι είναι για κακό
να 'ναι μια φορά κανονικό
πού 'ναι τα κλειδιά
δε σου λέω γεια
όταν φεύγεις το 'χω γρουσουζιά

κούμπωσέ με τώρα
θα καλέσω ένα ταξί
κάποιος κάνει πάντα την αρχή
σήμερα εσύ, αύριο εγώ
κάτι όμως πρέπει να σου πω

συνέχεια στα όρια
δεν έχω τι να πω
πάρε με το βράδυ
ρώτα με αν σ' αγαπώ

άλλο ένα φιλί
ήρθε το ταξί
κι όλο δυσκολεύει πιο πολύ...
άλλο ένα φιλί
ήρθε το ταξί
κι όλο δυσκολεύει πιο πολύ...